Μαρφίν: Η μνήμη ως ελάχιστο χρέος, σε μια κοινωνία που διστάζει να κοιτάξει τον εαυτό της
Δεκαέξι χρόνια μετά την 5η Μαΐου 2010, η τραγωδία παραμένει ανοιχτή, καθώς η ατιμωρησία και η επιλεκτική μνήμη συντηρούν ένα βαθύτερο πολιτικό και ηθικό έλλειμμα.
Η 5η Μαΐου 2010 έχει εγγραφεί στη σύγχρονη ελληνική ιστορία ως μια στιγμή κατά την οποία η ένταση της κρίσης συναντήθηκε με τις πιο σκοτεινές εκφάνσεις της πολιτικής βίας. Η χώρα βρισκόταν σε καθεστώς έντονης αναταραχής, με την κοινωνία να βιώνει απότομα τη μετάβαση σε μια νέα οικονομική πραγματικότητα, ενώ στους δρόμους εκδηλωνόταν ένα κύμα οργής που συχνά ξεπερνούσε τα όρια της διαμαρτυρίας.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, η επίθεση στο υποκατάστημα της Marfin στη Σταδίου κατέληξε στον τραγικό θάνατο τριών εργαζομένων, του Επαμεινώνδα Τσάκαλη, της Παρασκευής Ζούλιας και της εγκύου Αγγελικής Παπαθανασοπούλου. Τα πρόσωπα αυτά, με τις δικές τους ιστορίες και την καθημερινότητα συνηθισμένων ανθρώπων, βρέθηκαν στο επίκεντρο μιας πράξης που αποκάλυψε πόσο εύθραυστη μπορεί να γίνει η κοινωνική συνοχή όταν η βία αποκτά πολιτική ανοχή.
Η τραγωδία εκείνης της ημέρας δεν περιορίζεται στο ίδιο το γεγονός, αλλά επεκτείνεται στον τρόπο με τον οποίο η ελληνική κοινωνία επέλεξε να την ενσωματώσει στη συλλογική της μνήμη, καθώς και στον τρόπο με τον οποίο διαχειρίστηκε την ανάγκη για δικαιοσύνη.
Η κλιμάκωση που ξέφυγε από κάθε έλεγχο
Το 2010 αποτέλεσε χρονιά καμπής. Η οικονομική κρίση είχε ήδη διαβρώσει την εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς, ενώ η δημόσια συζήτηση χαρακτηριζόταν από έντονη πόλωση και συχνά από μια ρητορική που ενθάρρυνε την αντιπαράθεση με όρους σύγκρουσης. Σε αυτό το περιβάλλον, η παρουσία βίαιων ομάδων στις διαδηλώσεις δεν ήταν ένα μεμονωμένο φαινόμενο, αλλά μέρος μιας ευρύτερης δυναμικής.
Η επίθεση στη Σταδίου κατέδειξε ότι η μετάβαση από τη ρητορική ένταση στην ακραία πράξη μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς προειδοποίηση, όταν απουσιάζουν τα όρια που συγκρατούν τη βία. Οι μολότοφ που εκτοξεύθηκαν στο κτίριο της τράπεζας προκάλεσαν μια πυρκαγιά που εγκλώβισε εργαζόμενους, μετατρέποντας έναν χώρο εργασίας σε παγίδα θανάτου.
Εξίσου αποκαλυπτικές υπήρξαν οι αντιδράσεις έξω από το κτίριο. Οι αναφορές για λεκτική επιθετικότητα προς τους εγκλωβισμένους εργαζόμενους, με αφορμή το γεγονός ότι εργάζονταν σε ημέρα απεργίας, φανερώνουν μια βαθιά αλλοίωση των αξιακών κριτηρίων. Η ανθρώπινη ζωή υποχώρησε μπροστά σε μια αντίληψη συλλογικής ευθύνης που αποδιδόταν με όρους ιδεολογικής ταυτότητας.
Σε τέτοιες συνθήκες, η βία παύει να περιορίζεται σε ένα εργαλείο πίεσης και μετατρέπεται σε αυτονομημένη δύναμη που διαβρώνει κάθε έννοια μέτρου.
Οι σιωπές της συλλογικής μνήμης
Δεκαέξι χρόνια μετά, η υπόθεση της Marfin εξακολουθεί να προκαλεί αμηχανία στον δημόσιο λόγο. Η μνήμη των θυμάτων δεν κατέκτησε ποτέ την καθολικότητα που θα περίμενε κανείς για ένα γεγονός τέτοιας βαρύτητας. Αντίθετα, η παρουσία της στη δημόσια σφαίρα χαρακτηρίζεται από διακυμάνσεις, άλλοτε έντονες και άλλοτε σχεδόν απούσες.
Η διαφοροποίηση αυτή συνδέεται με τον τρόπο με τον οποίο οι κοινωνίες κατασκευάζουν τις αφηγήσεις τους γύρω από τη βία. Ορισμένα γεγονότα εντάσσονται εύκολα σε σχήματα που προσφέρουν σαφείς ρόλους και ταυτίσεις, ενώ άλλα παραμένουν δύσκολα στη διαχείριση, επειδή αναδεικνύουν ευθύνες που δεν κατανέμονται άνετα.
Οι τρεις εργαζόμενοι της Marfin βρέθηκαν σε αυτό το δύσκολο σημείο. Η ιδιότητά τους ως εργαζόμενοι σε μια τράπεζα, σε μια περίοδο κατά την οποία το τραπεζικό σύστημα αποτελούσε στόχο έντονης κριτικής, συνέβαλε στο να αντιμετωπιστεί η τραγωδία με έναν τρόπο που δεν ευνοούσε την καθολική αναγνώριση της απώλειας.
Έτσι διαμορφώθηκε μια ιδιότυπη ιεράρχηση της μνήμης. Η έννοια των «νεκρών ενός κατώτερου θεού», που έχει χρησιμοποιηθεί στον δημόσιο διάλογο, αποτυπώνει αυτή την ασυμμετρία. Πρόκειται για μια σιωπηρή διαδικασία κατά την οποία ορισμένες απώλειες λαμβάνουν μικρότερη ηθική και πολιτική προσοχή, όχι λόγω των ίδιων των γεγονότων, αλλά εξαιτίας του πλαισίου μέσα στο οποίο εντάσσονται.
Η επιλεκτικότητα αυτή δεν αποτελεί απλώς αντανάκλαση των κοινωνικών εντάσεων της εποχής. Συνεχίζει να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο συζητείται η πολιτική βία, διαμορφώνοντας τα όρια του αποδεκτού και του καταδικαστέου.
Η εκκρεμότητα της δικαιοσύνης και το βάρος των θεσμών
Η αδυναμία πλήρους διαλεύκανσης της υπόθεσης προσθέτει ένα ακόμη επίπεδο δυσκολίας. Παρά τις έρευνες και τις δικαστικές διαδικασίες, οι φυσικοί αυτουργοί της επίθεσης δεν έχουν καταδικαστεί. Το γεγονός αυτό διατηρεί μια αίσθηση εκκρεμότητας που υπερβαίνει τη συγκεκριμένη υπόθεση.
Η απονομή δικαιοσύνης συνδέεται άμεσα με τη λειτουργία του κράτους δικαίου. Όταν μια υπόθεση τέτοιας σημασίας παραμένει ουσιαστικά ανοιχτή, ενισχύεται η εντύπωση ότι οι θεσμοί αδυνατούν να ανταποκριθούν σε κρίσιμες στιγμές. Η εμπιστοσύνη των πολιτών επηρεάζεται, ενώ παράλληλα δημιουργείται ένα προηγούμενο που δυσκολεύει τη συλλογική επεξεργασία του γεγονότος.
Η καταδίκη της διευθύντριας για ζητήματα πυρασφάλειας, αν και βασίστηκε σε συγκεκριμένες νομικές ευθύνες, εντάχθηκε σε αυτή την ευρύτερη εικόνα ως μια απόφαση που δεν αγγίζει τον πυρήνα της υπόθεσης. Το βάρος της ευθύνης, όπως το αντιλαμβάνεται η κοινωνία, παραμένει σε μεγάλο βαθμό ανεκπλήρωτο. Ένα συλλογικό στίγμα, ένα τραύμα ανεπούλωτο για τους συγγενείς και τους οικείους των θυμάτων.
Η ατιμωρησία σε τέτοιες περιπτώσεις δεν περιορίζεται σε νομικό επίπεδο. Αποκτά πολιτικές και συμβολικές διαστάσεις, επηρεάζοντας τον τρόπο με τον οποίο αξιολογείται η βία και οι συνέπειές της.
Η ανάγκη για μια ώριμη σχέση με τη βία
Η υπόθεση της Marfin θέτει ένα ευρύτερο ερώτημα για τη σχέση της ελληνικής κοινωνίας με την πολιτική βία. Η εμπειρία των τελευταίων ετών δείχνει ότι η στάση απέναντι σε τέτοια φαινόμενα παραμένει συχνά αντιφατική, με την καταδίκη να εξαρτάται από τα συμφραζόμενα και τις ταυτότητες που εμπλέκονται.
Η διατήρηση αυτής της αμφισημίας δημιουργεί ένα περιβάλλον στο οποίο η βία μπορεί να επανεμφανίζεται με διαφορετικές μορφές, είτε σε δρόμους είτε σε χώρους δημόσιου λόγου. Τα περιστατικά επιθέσεων σε εκδηλώσεις ή προσπάθειες παρεμπόδισης της έκφρασης διαφορετικών απόψεων υποδεικνύουν ότι το ζήτημα παραμένει επίκαιρο.
Η μνήμη της 5ης Μαΐου 2010 θα μπορούσε να λειτουργήσει ως σταθερό σημείο αναφοράς, εφόσον αντιμετωπιστεί με συνέπεια και χωρίς εξαιρέσεις. Η καθολική αναγνώριση της αξίας κάθε ανθρώπινης ζωής και η σαφής αποδοκιμασία της βίας, ανεξάρτητα από το πλαίσιο στο οποίο εκδηλώνεται, αποτελούν προϋποθέσεις για μια ώριμη δημοκρατική συνείδηση.
Δεκαέξι χρόνια μετά, η Marfin παραμένει ένα γεγονός που δοκιμάζει τα όρια της συλλογικής αυτογνωσίας. Η διαχείριση της μνήμης της δεν αφορά μόνο το παρελθόν, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία επιλέγει να ορίσει το μέλλον της, χωρίς φόβο ή ντροπή.
Η Ευρώπη σε καθεστώς εκβιασμών: Δασμοί, ασφάλεια και το τέλος των βεβαιοτήτων