Καθαρές κουβέντες – Η παρρησία δεν ακυρώνεται

Η υπόθεση Θοδωρή Αθερίδη αποκαλύπτει μια βαθύτερη κρίση πολιτικής ανεκτικότητας και την αδυναμία ενός τμήματος της Αριστεράς να συνυπάρξει με τη διαφωνία

Καθαρές κουβέντες – Η παρρησία δεν ακυρώνεται

Η δημόσια παρέμβαση του Θοδωρή Αθερίδη υπέρ του Μιχάλη Χρυσοχοΐδη και της συμβολής των διωκτικών αρχών στην εξιχνίαση της υπόθεσης της Marfin προκάλεσε μια θύελλα αντιδράσεων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Το ενδιαφέρον, ωστόσο, δεν βρίσκεται τόσο στις ίδιες τις διαφωνίες, όσο στον τρόπο με τον οποίο εκδηλώθηκαν. Ένα τμήμα του αριστερού διαδικτύου δεν αρκέστηκε στην πολιτική κριτική απέναντι στις απόψεις του ηθοποιού. Επέλεξε να αμφισβητήσει συνολικά το πρόσωπό του, να ειρωνευτεί την καλλιτεχνική του διαδρομή και να καλλιεργήσει την αντίληψη ότι ένας δημιουργός, ο οποίος εκφράζει δημόσια μια διαφορετική πολιτική κρίση, παύει να αξίζει την εκτίμηση ή την υποστήριξη του κοινού.

Η στάση αυτή φανερώνει μια βαθύτερη δυσανεξία απέναντι στη διαφωνία. Όταν ένας καλλιτέχνης χειροκροτεί μια επιτυχία των διωκτικών αρχών, αναγνωρίζει τη συμβολή ενός υπουργού στην αντιμετώπιση της τρομοκρατίας ή αποδίδει εύσημα για την πρόοδο μιας εξαιρετικά σοβαρής ποινικής υπόθεσης, εκφράζει μια πολιτική άποψη, όπως ακριβώς δικαιούται να κάνει κάθε πολίτης. Η ελευθερία της έκφρασης αποκτά πραγματικό περιεχόμενο όταν προστατεύει και απόψεις που προκαλούν ενόχληση σε ένα μέρος της κοινής γνώμης.

Η υπόθεση της Marfin υπερβαίνει τις κομματικές αντιπαραθέσεις

Ο εμπρησμός της Marfin υπήρξε ένα από τα πιο τραγικά εγκλήματα της μεταπολίτευσης. Τρεις εργαζόμενοι έχασαν τη ζωή τους μέσα σε συνθήκες πρωτοφανούς αγριότητας, ενώ για πολλά χρόνια η υπόθεση παρέμενε μια ανοιχτή πληγή για την ελληνική κοινωνία.

Κάθε εξέλιξη που οδηγεί στην απόδοση ευθυνών αφορά πρωτίστως τη δικαιοσύνη, τη μνήμη των θυμάτων και την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η δημόσια αναγνώριση της προσπάθειας των αρμόδιων υπηρεσιών δεν συνιστά ιδεολογική εκτροπή. Αποτελεί μια απολύτως θεμιτή αξιολόγηση ενός συγκεκριμένου αποτελέσματος.

Ο Θοδωρής Αθερίδης δεν υποστήριξε ένα πολιτικό πρόγραμμα ούτε κλήθηκε να εκπροσωπήσει κάποιο κόμμα. Διατύπωσε την κρίση του για ένα συγκεκριμένο γεγονός και για έναν υπουργό, τον οποίο θεωρεί ότι έχει αφήσει θετικό αποτύπωμα σε κρίσιμους τομείς της δημόσιας ασφάλειας. Η συμφωνία ή η διαφωνία με αυτή την άποψη αποτελεί φυσιολογικό στοιχείο της δημοκρατίας. Η προσπάθεια ηθικής απαξίωσης εκείνου που την εκφράζει απομακρύνει τον δημόσιο διάλογο από την ουσία.

Η λογική της ιδεολογικής συμμόρφωσης φτωχαίνει τον πολιτισμό

Το πιο ανησυχητικό στοιχείο αυτής της υπόθεσης βρίσκεται αλλού. Ένα μέρος των επικριτών του Αθερίδη δείχνει να θεωρεί ότι ένας καλλιτέχνης οφείλει να κινείται μέσα σε ένα προκαθορισμένο ιδεολογικό πλαίσιο, εφόσον απευθύνεται σε κοινό το οποίο αυτοπροσδιορίζεται ως προοδευτικό ή αριστερό. Η προσδοκία αυτή οδηγεί σε μια ιδιότυπη απαίτηση πολιτικής συμμόρφωσης, σύμφωνα με την οποία η καλλιτεχνική αποδοχή εξαρτάται από την ιδεολογική ορθότητα των δημόσιων τοποθετήσεων.

Μια τέτοια αντίληψη περιορίζει τον πλουραλισμό και αλλοιώνει την ίδια τη φύση της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Ο καλλιτέχνης μετατρέπεται σταδιακά σε φορέα συγκεκριμένων πολιτικών προσδοκιών και κάθε απόκλιση αντιμετωπίζεται ως μορφή προδοσίας απέναντι σε ένα άτυπο ακροατήριο.

Η ιστορία του πολιτισμού ακολουθεί ακριβώς την αντίθετη διαδρομή. Οι σημαντικοί δημιουργοί ξεχώρισαν επειδή διεκδίκησαν την αυτονομία της σκέψης τους και επειδή αρνήθηκαν να προσαρμόσουν τις πεποιθήσεις τους στις εκάστοτε κοινωνικές πιέσεις. Η πνευματική ανεξαρτησία υπήρξε πάντοτε προϋπόθεση της δημιουργικής ελευθερίας.

Η απάντηση του Αθερίδη υπερασπίστηκε την αξιοπρέπεια του δημόσιου λόγου

Ο Θοδωρής Αθερίδης θα μπορούσε να επιλέξει μια ασφαλή λύση. Θα μπορούσε να ανασκευάσει, να αποδώσει τις δηλώσεις του σε παρεξήγηση ή να περιοριστεί σε μια αόριστη έκκληση για ηπιότερους τόνους. Προτίμησε κάτι πολύ πιο δύσκολο. Υπερασπίστηκε ευθέως όσα είπε και υπενθύμισε ότι οι πολιτικές του απόψεις είναι γνωστές εδώ και πολλά χρόνια.

Η επιλογή αυτή διαθέτει ιδιαίτερη αξία σε μια εποχή κατά την οποία πολλοί δημόσιοι άνθρωποι προσαρμόζουν τον λόγο τους στις αντιδράσεις των κοινωνικών δικτύων. Η παρρησία δεν αποτελεί ευχάριστη στάση. Προϋποθέτει επίγνωση του προσωπικού κόστους και διάθεση να το αναλάβει κανείς χωρίς υπαναχωρήσεις.

Η δημόσια ζωή έχει ανάγκη από πρόσωπα που εκφράζουν ελεύθερα τις απόψεις τους, ακόμη και όταν γνωρίζουν ότι θα δεχθούν οργανωμένες επιθέσεις. Η δημοκρατία αποκτά ουσία όταν οι πολίτες αισθάνονται ότι μπορούν να μιλήσουν χωρίς να φοβούνται πως θα τεθούν υπό ιδεολογική επιτήρηση.

Η πολιτική διαφωνία χρειάζεται επιχειρήματα και όχι απόπειρες ακύρωσης

Η κριτική προς τον Θοδωρή Αθερίδη θα μπορούσε να περιοριστεί στις ίδιες του τις θέσεις. Κάποιος θα μπορούσε να εξηγήσει γιατί θεωρεί λανθασμένη την εκτίμησή του για τον Μιχάλη Χρυσοχοΐδη ή γιατί αποδίδει διαφορετική σημασία στις εξελίξεις γύρω από τη Marfin. Ένας τέτοιος διάλογος θα ενίσχυε τη δημοκρατική συζήτηση και θα προσέφερε στους πολίτες τη δυνατότητα να αξιολογήσουν διαφορετικά επιχειρήματα.

Ένα μέρος των αντιδράσεων επέλεξε έναν διαφορετικό δρόμο. Η προσωπική απαξίωση, οι ειρωνείες, οι εκκλήσεις να πάψει το κοινό να στηρίζει τον ηθοποιό και η προσπάθεια να ταυτιστεί συνολικά η καλλιτεχνική του παρουσία με τις πολιτικές του απόψεις συνθέτουν μια πρακτική που φτωχαίνει τον δημόσιο βίο. Η λογική αυτή καλλιεργεί ένα κλίμα μέσα στο οποίο οι δημιουργοί ενθαρρύνονται να σιωπούν ή να προσαρμόζουν τις απόψεις τους στις κυρίαρχες διαθέσεις συγκεκριμένων ιδεολογικών κύκλων.

Η στάση αυτή αξίζει αυστηρής κριτικής. Όχι επειδή στερεί από έναν καλλιτέχνη την ομοφωνία του κοινού του, αφού κάτι τέτοιο ούτε υπήρξε ούτε θα μπορούσε να υπάρξει, αλλά επειδή επιχειρεί να μετατρέψει την πολιτική διαφωνία σε κριτήριο πολιτιστικής αποδοχής. Η τέχνη και ο δημόσιος διάλογος υπηρετούνται καλύτερα όταν οι άνθρωποι κρίνονται για το έργο τους, όταν οι πολιτικές τους απόψεις αντιμετωπίζονται με επιχειρήματα και όταν η κοινωνία υπερασπίζεται το δικαίωμα κάθε δημιουργού να εκφράζει ελεύθερα τη συνείδησή του.

Η υπόθεση Αθερίδη υπενθυμίζει ότι η μεγαλύτερη δοκιμασία για μια δημοκρατική κοινωνία δεν αφορά τις απόψεις που απολαμβάνουν ευρείας αποδοχής. Αφορά εκείνες που προκαλούν ενόχληση. Εκεί ακριβώς μετριέται η ποιότητα της δημοκρατικής κουλτούρας, η αντοχή του πλουραλισμού και η πίστη στην ελευθερία της έκφρασης. Η παρρησία του Θοδωρή Αθερίδη αξίζει σεβασμό, ακόμη και από όσους διαφωνούν μαζί του, επειδή υπενθυμίζει ότι η ελευθερία του λόγου διατηρεί την αξία της μόνο όταν προστατεύει τη δυνατότητα να διατυπώνεται μια άποψη χωρίς να τίθεται ως προϋπόθεση η ιδεολογική της αποδοχή.