Η παραδοχή της δημοσιονομικής υπεραπόδοσης και το πολιτικό παράδοξο του Αλέξη Τσίπρα
Η αναγνώριση του δημοσιονομικού χώρου στη κυβερνητική διαχείριση μετά το 2019 ανοίγει μια συζήτηση που αφορά την αξιοπιστία της οικονομικής πολιτικής, τη διαχείριση του δημόσιου χρέους και τη χρήση των πλεονασμάτων σε μια οικονομία που επιδιώκει να διατηρήσει τη δημοσιονομική της σταθερότητα
Η φράση του Αλέξη Τσίπρα ότι «η ελληνική οικονομία υπεραποδίδει ετησίως πάνω από τα πλεονάσματα που είναι υποχρέωσή της γύρω στα 6 δισεκατομμύρια ευρώ» είναι ίσως η σημαντικότερη οικονομική παραδοχή που έχει διατυπώσει ο πρώην πρωθυπουργός τα τελευταία χρόνια, ως απόδειξη της επιτυχούς δημοσιονομικής διαχείρισης των κυβερνήσεων Μητσοτάκη. Η συζήτηση που ακολούθησε επικεντρώθηκε κυρίως στην εξαγγελία μιας «πατριωτικής εισφοράς» για τους πολύ εύπορους και τις μεγάλες επιχειρήσεις. Ωστόσο, το πραγματικό πολιτικό βάρος της δήλωσης βρίσκεται αλλού, στην αποδοχή ότι η ελληνική οικονομία με τις κυβερνητικές επιλογές από το 2019, διαθέτει σήμερα για πρώτη φορά έναν σταθερό δημοσιονομικό χώρο, ο οποίος επιτρέπει, κατά τον ίδιο, την υλοποίηση ενός διαφορετικού προγράμματος κοινωνικής πολιτικής.
Η παραδοχή αυτή δημιουργεί ένα ενδιαφέρον πολιτικό παράδοξο. Ο Αλέξης Τσίπρας επιδιώκει να οικοδομήσει μια εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης, χρησιμοποιώντας ως αφετηρία την πραγματικότητα της δημοσιονομικής επιτυχίας που διαμορφώθηκε μετά το 2019. Από τη στιγμή που αναγνωρίζει ότι η ελληνική οικονομία παράγει πλεονάσματα πολύ υψηλότερα από τους συμφωνημένους στόχους, αναγνωρίζει ταυτόχρονα ότι η χώρα βρίσκεται σήμερα σε σαφώς ισχυρότερη θέση από εκείνη στην οποία βρισκόταν πριν από μερικά χρόνια. Το ερώτημα που ακολουθεί σχεδόν αυτονόητα αφορά τον τρόπο με τον οποίο δημιουργήθηκε αυτός ο δημοσιονομικός χώρος και ποιος μπορεί να τον διαχειριστεί αποτελεσματικότερα.
Η υπεραπόδοση δεν προέκυψε σε πολιτικό κενό
Καμία δημοσιονομική επίδοση δεν εμφανίζεται αυτόματα. Η επίτευξη υψηλότερων πρωτογενών πλεονασμάτων αποτελεί αποτέλεσμα μιας σειράς οικονομικών εξελίξεων, όπως είναι η αύξηση της απασχόλησης, η ανάπτυξη της οικονομίας, η ενίσχυση των φορολογικών εσόδων, η βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης και η συγκράτηση των δημοσίων δαπανών.
Ασφαλώς, η διεθνής οικονομική συγκυρία, οι ευρωπαϊκοί πόροι και η ανάκαμψη μετά την πανδημία συνέβαλαν στη βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών. Παράλληλα, όμως, η υπεραπόδοση καταγράφηκε κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη, γεγονός που επιτρέπει στην κυβέρνηση να υποστηρίζει ότι αποτελεί αποτέλεσμα της δικής της οικονομικής πολιτικής.
Η συγκεκριμένη δήλωση του Αλέξη Τσίπρα αποκτά, επομένως, μια δεύτερη διάσταση. Χωρίς να αποδίδει ευθέως εύσημα στην κυβέρνηση, αποδέχεται ως δεδομένο το αποτέλεσμα πάνω στο οποίο στηρίζει τη δική του πρόταση. Πρόκειται για μια έμμεση αναγνώριση ότι η ελληνική οικονομία διαθέτει σήμερα δυνατότητες που δεν υπήρχαν τα προηγούμενα χρόνια, μάλιστα εν μέσω ιδιαίτερης διεθνούς γεωπολιτικής και ενεργειακής κρίσης.
Ο δημοσιονομικός χώρος δεν αποτελεί διαθέσιμο ταμείο προς διανομή
Η μεγαλύτερη αδυναμία της επιχειρηματολογίας του πρώην πρωθυπουργού βρίσκεται στην αντίληψη ότι η υπεραπόδοση μπορεί να αντιμετωπιστεί ως ένα σχεδόν μόνιμο δημοσιονομικό απόθεμα, το οποίο μπορεί να χρηματοδοτήσει νέες παροχές χωρίς ουσιαστικούς περιορισμούς.
Η πραγματικότητα είναι περισσότερο σύνθετη. Η Ελλάδα εξακολουθεί να διαθέτει ένα από τα υψηλότερα δημόσια χρέη στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα πρωτογενή πλεονάσματα δεν εξυπηρετούν αποκλειστικά τη δημιουργία δημοσιονομικού χώρου για κοινωνικές παρεμβάσεις. Υπηρετούν επίσης τη σταδιακή αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους, τη διατήρηση της εμπιστοσύνης των αγορών και τη δυνατότητα της χώρας να χρηματοδοτείται με ευνοϊκούς όρους.
Επίσης, κατά τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα ακολουθεί μια στρατηγική πρόωρης αποπληρωμής ακριβότερων δανείων της μνημονιακής περιόδου, ενώ παράλληλα αναχρηματοδοτεί μέρος του χρέους με καλύτερους όρους και χαμηλότερο κόστος. Η επιλογή αυτή μειώνει τις μελλοντικές δαπάνες για τόκους και ενισχύει τη δημοσιονομική ανθεκτικότητα της χώρας.
Κάθε ευρώ που κατευθύνεται σε νέες μόνιμες δαπάνες περιορίζει αντίστοιχα τη δυνατότητα συνέχισης αυτής της στρατηγικής. Το ερώτημα, επομένως, δεν αφορά την ύπαρξη της υπεραπόδοσης, αλλά τις προτεραιότητες αξιοποίησής της.
Η ασάφεια της «πατριωτικής εισφοράς» αποδυναμώνει τη συνολική πρόταση του Τσίπρα
Η δεύτερη βασική αδυναμία της παρέμβασης αφορά την περίφημη «πατριωτική εισφορά». Ο όρος ακούγεται πολιτικά ελκυστικός, στα όρια ενός λαϊκίστικου αφηγήματος φορολόγησης των υπερπλουσίων, χωρίς ωστόσο να συνοδεύεται από τα στοιχεία που θα επέτρεπαν την αξιολόγησή του ως πραγματικού δημοσιονομικού μέτρου.
Δεν έχει διευκρινιστεί ποια θα είναι η φορολογητέα βάση, ποιοι θα υπαχθούν στην επιβάρυνση, ποιο θα είναι το ύψος της εισφοράς, ποια έσοδα αναμένεται να αποφέρει και κατά πόσο αυτά επαρκούν για να χρηματοδοτήσουν το σύνολο των εξαγγελιών.
Η απουσία αυτών των στοιχείων αφήνει την εντύπωση ότι η αναφορά λειτουργεί περισσότερο ως πολιτικό σύμβολο παρά ως ολοκληρωμένη πρόταση οικονομικής πολιτικής. Η χρήση του όρου «πατριωτική» προσδίδει στο μέτρο έναν ηθικό χαρακτήρα, μεταφέροντας τη δημόσια συζήτηση από την αποτελεσματικότητα της φορολογίας στην αντιπαράθεση με μια αόριστα προσδιορισμένη οικονομική ελίτ.
Η φορολογική πολιτική, όμως, απαιτεί προβλεψιμότητα, σαφείς κανόνες και πλήρη κοστολόγηση. Οι αγορές, οι επιχειρήσεις και οι επενδυτές αξιολογούν το συνολικό φορολογικό περιβάλλον και όχι μόνο την πρόθεση αναδιανομής- και μάλιστα με τέτοιους όρους.
Το πραγματικό δίλημμα της αξιοπιστίας έτσι όπως τίθεται, σίγουρα ευνοεί την κυβέρνηση
Η ουσία της συζήτησης δεν βρίσκεται στο αν πρέπει να υπάρχουν κοινωνικές πολιτικές ούτε στο αν ο δημοσιονομικός χώρος πρέπει να αξιοποιείται προς όφελος των πολιτών. Το πραγματικό ερώτημα αφορά τη στρατηγική που εξυπηρετεί καλύτερα τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της ελληνικής οικονομίας.
Η ακολουθούμενη κυβερνητική προσέγγιση αντιμετωπίζει τη δημοσιονομική υπεραπόδοση ως ευκαιρία επιτάχυνσης της αποκλιμάκωσης του δημόσιου χρέους, ενίσχυσης της πιστοληπτικής αξιοπιστίας της χώρας, δημιουργίας δημοσιονομικών αποθεμάτων και σταθεροποίησης ενός φορολογικού περιβάλλοντος που θα προσελκύει επενδύσεις και θα ενισχύει την παραγωγή νέου πλούτου.
Η λογική που αντιμετωπίζει κάθε υπεραπόδοση ως διαθέσιμο πόρο προς αναδιανομή μεταβάλλει τις προτεραιότητες της οικονομικής πολιτικής και μειώνει τη σημασία που αποδίδεται στη μακροχρόνια βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών. Σε μια χώρα που εξακολουθεί να κουβαλά το βάρος της μεγαλύτερης δημοσιονομικής κρίσης της μεταπολεμικής Ευρώπης, η διατήρηση της αξιοπιστίας αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα.
Η δήλωση του Αλέξη Τσίπρα έχει τελικά μεγαλύτερη σημασία για όσα παραδέχεται παρά για όσα προτείνει. Και αντιφάσκει με το να αναγνωρίζει ότι η ελληνική οικονομία παράγει σήμερα δημοσιονομικό χώρο, ο οποίος πριν από λίγα χρόνια στα οποία και ο ίδιος κυβερνούσε, δεν υπήρχε. Από εκεί και πέρα, η πολιτική αντιπαράθεση μεταφέρεται στο ποιος μπορεί να αξιοποιήσει αυτό το αποτέλεσμα με τρόπο που θα διασφαλίζει ταυτόχρονα κοινωνική συνοχή, διατηρήσιμη ανάπτυξη και δημοσιονομική σταθερότητα. Εκεί βρίσκεται το πραγματικό διακύβευμα μιας συζήτησης, στην οποία μοιραία η κυβέρνηση Μητσοτάκη που έχει διαχειριστεί την οικονομία τα επτά τελευταία χρόνια με το συγκεκριμένο επιτυχημένο δημοσιονομικό αποτέλεσμα, μπορεί να ισχυριστεί πως διαθέτει και το πλεονέκτημα.