Η νέα ΔΕΘ και το μεγάλο στοίχημα της Θεσσαλονίκης

Η ένταξη της ανάπλασης της ΔΕΘ στο Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης και η εξασφάλιση δημόσιας χρηματοδότησης ύψους 204,6 εκατομμυρίων ευρώ αλλάζουν οριστικά το πλαίσιο της συζήτησης. Το μεγάλο ερώτημα πλέον αφορά την ποιότητα του έργου και το αποτύπωμα που θα αφήσει στην πόλη για τις επόμενες δεκαετίες.

Η νέα ΔΕΘ και το μεγάλο στοίχημα της Θεσσαλονίκης

Η πρόσφατη ένταξη της ανάπλασης της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης (ΔΕΘ) στο Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης μεταβάλλει ουσιαστικά το περιεχόμενο της δημόσιας συζήτησης γύρω από αυτό το πολύ σημαντικό έργο για την πόλη. Για περισσότερα από δέκα χρόνια, το μεγαλύτερο μέρος του δημόσιου διαλόγου περιστρεφόταν γύρω από ένα βασικό ερώτημα. Υπήρχαν άραγε τα χρήματα ώστε να υλοποιηθεί ένα τόσο μεγάλο έργο ή επρόκειτο για ακόμη ένα φιλόδοξο σχέδιο που θα παρέμενε στα χαρτιά;

Η δέσμευση δημόσιων πόρων ύψους 204,6 εκατομμυρίων ευρώ μέσω του Εθνικού Προγράμματος Ανάπτυξης δεν λύνει σίγουρα όλα τα προβλήματα που συνοδεύουν την ανάπλαση, δημιουργεί όμως για πρώτη φορά ένα σταθερό χρηματοδοτικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο μπορεί να εξελιχθεί ο διεθνής διαγωνισμός και να ξεκινήσει η υλοποίηση του έργου. Η επιλογή αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα επειδή συνοδεύτηκε από την πολιτική επιβεβαίωση του σχεδιασμού κατά τη συνάντηση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη με τον δήμαρχο Θεσσαλονίκης Στέλιο Αγγελούδη. Το μήνυμα που εξέπεμψε η συνάντηση ήταν σαφές- η κυβέρνηση και η δημοτική αρχή θεωρούν ότι η ανάπλαση πρέπει να προχωρήσει χωρίς νέα περίοδο αβεβαιότητας, με τη ΔΕΘ να παραμένει στον ιστορικό της χώρο και με το Δημόσιο να αναλαμβάνει πλέον τον κύριο ρόλο στη χρηματοδότηση.

Από αυτή την άποψη, η πρόσφατη εξέλιξη έχει και έναν έντονο συμβολισμό. Η Θεσσαλονίκη έχει συνηθίσει να παρακολουθεί μεγάλα έργα που ανακοινώνονται, ανασχεδιάζονται, καθυστερούν και επανέρχονται στην επικαιρότητα χωρίς να περνούν εύκολα στη φάση της υλοποίησης. Η ανάπλαση της ΔΕΘ κινδύνευσε πολλές φορές να ακολουθήσει την ίδια διαδρομή, όμως σήμερα, για πρώτη φορά μετά από αρκετά χρόνια, η συζήτηση μεταφέρεται από τη χρηματοδότηση στην ποιότητα του τελικού αποτελέσματος.

Η παραμονή της ΔΕΘ στο κέντρο αποτελεί πλέον δεδομένο

Για πολλά χρόνια η Θεσσαλονίκη χωρίστηκε σε δύο βασικά στρατόπεδα, με το πρώτο να υποστήριζε ότι η ΔΕΘ αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της ιστορικής φυσιογνωμίας της πόλης και ότι η μεταφορά της θα αποδυνάμωνε τον εκθεσιακό της χαρακτήρα, θα απομάκρυνε μια σημαντική οικονομική δραστηριότητα από το κέντρο και θα αποσυνέδεε την έκθεση από το πανεπιστημιακό συγκρότημα, τα ξενοδοχεία, τους χώρους πολιτισμού και τις βασικές συγκοινωνιακές υποδομές.

Η δεύτερη άποψη πρότεινε μια διαφορετική στρατηγική, καθώς θεωρούσε ότι η μεταφορά των εκθεσιακών εγκαταστάσεων εκτός του πυκνού αστικού ιστού θα επέτρεπε στη Θεσσαλονίκη να αποκτήσει ένα από τα μεγαλύτερα μητροπολιτικά πάρκα της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, με σημαντικά περιβαλλοντικά και πολεοδομικά οφέλη.

Η κυβερνητική απόφαση για την ένταξη του έργου στο Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης κλείνει ουσιαστικά αυτή τη συζήτηση. Η παραμονή της ΔΕΘ στον ιστορικό της χώρο αποτελεί πλέον τον θεμέλιο λίθο του σχεδιασμού και το πραγματικό ερώτημα δεν αφορά πλέον τη χωροθέτηση του έργου, αλλά αφορά το αν μπορεί να δημιουργηθεί ένα νέο εκθεσιακό συγκρότημα που θα συμβιώνει αρμονικά με έναν μεγάλο δημόσιο χώρο πρασίνου. Η απάντηση σε αυτό το κρίσιμο στοίχημα θα δοθεί μέσα από τον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό, τις τεχνικές επιλογές και την τελική εικόνα του έργου.

Το σχέδιο προβλέπει την κατασκευή νέων βιοκλιματικών εκθεσιακών εγκαταστάσεων, την αναβάθμιση του συνεδριακού κέντρου, υπόγειους χώρους στάθμευσης και τη δημιουργία μητροπολιτικού πάρκου περίπου 120 στρεμμάτων. Εφόσον οι επιμέρους παρεμβάσεις εφαρμοστούν με συνέπεια, η ανάπλαση μπορεί να μεταμορφώσει έναν χώρο που σήμερα χαρακτηρίζεται από κατακερματισμό, παλαιές εγκαταστάσεις και περιορισμένο πράσινο. Η επιτυχία, όμως, θα κριθεί από τις λεπτομέρειες.

Ένα μητροπολιτικό πάρκο δεν μετριέται μόνο σε στρέμματα, αλλά από την ενιαία του μορφή, από τη δυνατότητα ελεύθερης πρόσβασης, από την πυκνότητα της φύτευσης, από τη σκίαση που προσφέρει και από τον τρόπο με τον οποίο ενσωματώνεται στην καθημερινότητα της πόλης.

Η Θεσσαλονίκη συγκαταλέγεται στις ευρωπαϊκές πόλεις με χαμηλή αναλογία πρασίνου ανά κάτοικο και αντιμετωπίζει ολοένα εντονότερες επιπτώσεις από τα παρατεταμένα κύματα καύσωνα. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ανάπλαση της ΔΕΘ αποκτά και μια σαφή περιβαλλοντική διάσταση. Το νέο πάρκο μπορεί να λειτουργήσει ως πνεύμονας δροσιάς, να βελτιώσει το μικροκλίμα της περιοχής και να ενισχύσει την ανθεκτικότητα του κέντρου απέναντι στις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο οι πολίτες θα αξιολογήσουν το έργο πολύ περισσότερο από την καθημερινή εμπειρία τους και λιγότερο από τα αρχιτεκτονικά σχέδια ή τις τρισδιάστατες απεικονίσεις που συνοδεύουν κάθε μεγάλη παρουσίαση.

Από το ΣΔΙΤ στην πλήρη δημόσια χρηματοδότηση

Η πιο ουσιαστική αλλαγή των τελευταίων μηνών αφορά τον τρόπο με τον οποίο θα υλοποιηθεί το έργο, μιας και γι αρκετό διάστημα θεωρούνταν σχεδόν αυτονόητο ότι η ανάπλαση θα βασιζόταν σε ένα μικτό χρηματοδοτικό σχήμα, στο οποίο θα συμμετείχαν το Δημόσιο και ιδιώτες επενδυτές μέσω σύμπραξης δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Η συγκεκριμένη επιλογή είχε παρουσιαστεί ως ο ασφαλέστερος δρόμος, επειδή περιόριζε τη δημοσιονομική επιβάρυνση και δημιουργούσε προσδοκίες για ταχύτερη υλοποίηση.

Η πραγματικότητα αποδείχθηκε περισσότερο σύνθετη. Η διεθνής ενεργειακή κρίση, η αύξηση του κόστους κατασκευής και η σημαντική άνοδος των επιτοκίων άλλαξαν τα οικονομικά δεδομένα μεγάλων επενδυτικών έργων σε ολόκληρη την Ευρώπη. Οι όροι μιας τέτοιας σύμπραξης έγιναν δυσκολότεροι, ενώ η εξεύρεση ισορροπίας ανάμεσα στη δημόσια και την ιδιωτική συμμετοχή απαιτούσε περισσότερο χρόνο και πιο σύνθετες διαπραγματεύσεις.

Η κυβέρνηση επέλεξε τελικά μια διαφορετική διαδρομή. Η ένταξη της ανάπλασης στο Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης σημαίνει ότι το κράτος αναλαμβάνει το μεγαλύτερο βάρος της χρηματοδότησης και, ταυτόχρονα, την πολιτική ευθύνη για την ολοκλήρωση του έργου. Πρόκειται για μια επιλογή με σημαντικά πλεονεκτήματα καθώς η διαδικασία γίνεται θεσμικά απλούστερη, περιορίζεται η εξάρτηση από ιδιωτικά κεφάλαια και το έργο αποκτά μεγαλύτερη σταθερότητα ως προς την εξέλιξη της χρηματοδότησής του. Με το κόστος ωστόσο να επιβαρύνει αποκλειστικά τον προϋπολογισμό και τον Έλληνα φορολογούμενο

Παράλληλα, αυξάνονται και οι απαιτήσεις απέναντι στο Δημόσιο. Από τη στιγμή που οι πόροι έχουν εξασφαλιστεί από τον κρατικό προϋπολογισμό, οι πολίτες δικαιολογημένα θα αναμένουν αυστηρή τήρηση των χρονοδιαγραμμάτων, αποτελεσματική διαχείριση του κόστους και υψηλή ποιότητα κατασκευής.

Η συζήτηση, λοιπόν, έχει ήδη μετακινηθεί. Το ερώτημα δεν αφορά πλέον το αν υπάρχουν τα χρήματα. Αφορά το αν τα 204,6 εκατομμύρια ευρώ θα αξιοποιηθούν με τρόπο που θα δικαιώσει τη μεγαλύτερη αστική επένδυση που σχεδιάζεται σήμερα στη Θεσσαλονίκη.

Η χρηματοδότηση εξασφαλίστηκε και τώρα αρχίζουν οι πραγματικές δυσκολίες

Η κυβερνητική απόφαση για την ένταξη της ανάπλασης στο Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης δημιουργεί εύλογη αισιοδοξία, καθώς αντιμετωπίζει το σημαντικότερο πρόβλημα που συνόδευε το έργο για πολλά χρόνια. Η εξασφάλιση των πόρων, όμως, αποτελεί την αφετηρία και όχι την ολοκλήρωση της προσπάθειας. Οι επόμενοι μήνες θα αποδειχθούν ιδιαίτερα κρίσιμοι, με τον διεθνή διαγωνισμός να πρέπει να ολοκληρωθεί χωρίς μεγάλες καθυστερήσεις, η ανάδειξη του αναδόχου να πραγματοποιηθεί εντός του χρονοδιαγράμματος και η κατασκευή να ξεκινήσει στις αρχές του 2027, όπως προβλέπει ο σχεδιασμός. Πρόκειται για μια αλληλουχία διαδικασιών που απαιτεί διοικητική αποτελεσματικότητα, σταθερή χρηματοδοτική ροή και στενή συνεργασία ανάμεσα στο κράτος, τη ΔΕΘ Helexpo, την τοπική αυτοδιοίκηση και τους τεχνικούς φορείς.

Η εμπειρία άλλων ευρωπαϊκών πόλεων δείχνει ότι οι επιτυχημένες αναπλάσεις είναι εκείνες που κατορθώνουν να υπηρετήσουν περισσότερους από έναν στόχους ταυτόχρονα. Ενισχύουν την οικονομική δραστηριότητα, προστατεύουν το περιβάλλον, δημιουργούν ελεύθερους δημόσιους χώρους, βελτιώνουν την ποιότητα ζωής και αποκτούν ισχυρή κοινωνική αποδοχή. Η Θεσσαλονίκη έχει πλέον την ευκαιρία να κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση.

Η νέα ΔΕΘ δεν θα αξιολογηθεί μόνο από τον αριθμό των εκθεσιακών αιθουσών ή από τις διεθνείς διοργανώσεις που θα φιλοξενήσει. Θα αξιολογηθεί από τον τρόπο με τον οποίο θα χρησιμοποιείται κάθε ημέρα του χρόνου, από τις οικογένειες που θα περπατούν στο πάρκο, από τους φοιτητές που θα αξιοποιούν τους δημόσιους χώρους, από τους επισκέπτες που θα συνδέουν τη Θεσσαλονίκη με μια σύγχρονη ευρωπαϊκή μητρόπολη και από τους ίδιους τους κατοίκους που θα αισθανθούν ότι ένα έργο μεγάλης κλίμακας βελτίωσε ουσιαστικά την καθημερινότητά τους.

Η ένταξη στο Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης κλείνει οριστικά έναν κύκλο αμφιβολιών και ανοίγει έναν νέο κύκλο ευθυνών. Η πολιτική απόφαση έχει ληφθεί, οι πόροι έχουν δεσμευθεί και η βούληση της κυβέρνησης επιβεβαιώθηκε και στη συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Στέλιο Αγγελούδη. Το πραγματικό στοίχημα αρχίζει τώρα.

Εάν η ανάπλαση ολοκληρωθεί με σεβασμό στον δημόσιο χώρο, με υψηλή αρχιτεκτονική ποιότητα, με ένα πραγματικό μητροπολιτικό πάρκο και με ένα εκθεσιακό κέντρο που θα λειτουργεί ως διεθνής πόλος επιχειρηματικότητας, η Θεσσαλονίκη θα αποκτήσει ένα έργο που θα αλλάξει την εικόνα και τις προοπτικές της για πολλές δεκαετίες.

Εάν, αντίθετα, ο σχεδιασμός υποχωρήσει μπροστά σε οικονομικές πιέσεις, εάν το πράσινο περιοριστεί ή εάν οι καθυστερήσεις επανέλθουν, η πόλη θα βρεθεί αντιμέτωπη με μια ακόμη χαμένη ευκαιρία, σε έναν από τους σημαντικότερους δημόσιους χώρους της.

Η Θεσσαλονίκη έχει πλέον μπροστά της μια σπάνια ευκαιρία. Η χρηματοδότηση υπάρχει, η πολιτική απόφαση έχει ληφθεί και η κοινωνία παρακολουθεί με αυξημένες απαιτήσεις. Το ζητούμενο δεν είναι πλέον να γίνει η ανάπλαση της ΔΕΘ. Το ζητούμενο είναι να γίνει με τρόπο που θα δικαιώσει την ιστορία της έκθεσης, τις ανάγκες της πόλης και τις προσδοκίες των ανθρώπων της. Μόνο τότε η μεγαλύτερη αστική παρέμβαση των τελευταίων δεκαετιών θα μπορέσει να αποτελέσει πραγματικό σημείο καμπής για τη Θεσσαλονίκη.