Η μεγάλη ελληνική αυταπάτη: Αυξήσαμε το ΑΕΠ, αλλά όχι την παραγωγικότητα

Η παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας παραμένει καθηλωμένη σε επίπεδα σημαντικά χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο

Η μεγάλη ελληνική αυταπάτη: Αυξήσαμε το ΑΕΠ, αλλά όχι την παραγωγικότητα

Τα τελευταία χρόνια η ελληνική οικονομία καταγράφει σταθερούς ρυθμούς ανάπτυξης, με την κυβέρνηση να προβάλλει συχνά την αύξηση του ΑΕΠ ως απόδειξη της επιτυχίας της οικονομικής πολιτικής. Πράγματι, μετά από μια δεκαετία κρίσης και ύφεσης, η χώρα επέστρεψε σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, η ανεργία μειώθηκε σημαντικά και χιλιάδες πολίτες βρήκαν ξανά θέση στην αγορά εργασίας.

Υπάρχει όμως μια λιγότερο δημοφιλής αλήθεια πίσω από τους αριθμούς: μεγάλο μέρος της αύξησης του ελληνικού ΑΕΠ δεν προήλθε από το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι παράγουν περισσότερο πλούτο, αλλά από το γεγονός ότι απλώς εργάζονται περισσότεροι άνθρωποι.

Με απλά λόγια, η Ελλάδα αύξησε την παραγωγή της επειδή έβαλε περισσότερα άτομα να εργάζονται και όχι επειδή κάθε εργαζόμενος έγινε πιο παραγωγικός.

Η παραγωγικότητα αποτελεί ίσως τον σημαντικότερο οικονομικό δείκτη μιας χώρας. Είναι το μέγεθος που δείχνει πόσο προϊόν ή πλούτο παράγει κάθε εργαζόμενος μέσα σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Είναι ουσιαστικά η «ποιότητα» της οικονομικής ανάπτυξης και όχι απλώς η ποσότητά της.

Αν εξετάσουμε τα στοιχεία της ελληνικής οικονομίας, προκύπτει ένα ιδιαίτερα ανησυχητικό συμπέρασμα. Το ΑΕΠ της χώρας κυμαίνεται περίπου στα 240-250 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως, ενώ οι απασχολούμενοι ανέρχονται σε περίπου 4,3 έως 4,5 εκατομμύρια άτομα. Αυτό σημαίνει ότι κάθε εργαζόμενος παράγει κατά μέσο όρο περίπου 55.000-60.000 ευρώ εθνικού προϊόντος ετησίως.

Με δεδομένες περίπου 220-230 εργάσιμες ημέρες τον χρόνο, η ημερήσια παραγωγή ανά εργαζόμενο διαμορφώνεται περίπου στα 250 ευρώ.

Το ερώτημα είναι απλό: πόσο έχει αυξηθεί αυτό το ποσό τα τελευταία χρόνια;

Η απάντηση είναι απογοητευτική. Πολύ λίγο.

Παρά τις επενδύσεις που έχουν πραγματοποιηθεί, τα ευρωπαϊκά κονδύλια που εισέρρευσαν στη χώρα και την ψηφιακή μετάβαση που διαφημίζεται συχνά, η παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας παραμένει καθηλωμένη σε επίπεδα σημαντικά χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Η Ελλάδα εξακολουθεί να κατατάσσεται στις τελευταίες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς την παραγωγικότητα ανά ώρα εργασίας. Σε πολλές περιπτώσεις, οι Έλληνες εργάζονται περισσότερες ώρες από τους Ευρωπαίους συναδέλφους τους, αλλά παράγουν μικρότερο οικονομικό αποτέλεσμα ανά ώρα.

Αυτό δεν αποτελεί ευθύνη των εργαζομένων. Αντίθετα, αποτελεί διαρθρωτικό πρόβλημα της οικονομίας.

Η χαμηλή παραγωγικότητα συνδέεται με μια σειρά παραγόντων: μικρό μέγεθος επιχειρήσεων, περιορισμένη καινοτομία, χαμηλές δαπάνες για έρευνα και ανάπτυξη, ανεπαρκή σύνδεση πανεπιστημίων και αγοράς εργασίας, γραφειοκρατία, αργή απονομή δικαιοσύνης και ελλείψεις σε σύγχρονες τεχνολογικές υποδομές.

Το αποτέλεσμα είναι ότι η χώρα παράγει περισσότερο επειδή απασχολεί περισσότερους εργαζόμενους και όχι επειδή οι ίδιοι εργαζόμενοι διαθέτουν καλύτερα εργαλεία, καλύτερη οργάνωση ή πιο σύγχρονες τεχνολογίες που θα τους επέτρεπαν να παράγουν περισσότερη αξία.

Το πρόβλημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν σκεφτούμε τις μακροπρόθεσμες προοπτικές της χώρας. Η ανεργία δεν μπορεί να μειώνεται επ’ άπειρον. Κάποια στιγμή η αγορά εργασίας φτάνει στα φυσιολογικά της όρια. Όταν συμβεί αυτό, η ανάπτυξη δεν θα μπορεί πλέον να στηρίζεται στην ένταξη νέων εργαζομένων στην παραγωγή.

Τότε ο μοναδικός δρόμος θα είναι η αύξηση της παραγωγικότητας.

Αυτό σημαίνει περισσότερη τεχνολογία, περισσότερη καινοτομία, μεγαλύτερες επενδύσεις σε ανθρώπινο κεφάλαιο, καλύτερη εκπαίδευση, αναβάθμιση δεξιοτήτων και επιχειρήσεις που δημιουργούν μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία.

Η πραγματική πρόκληση για την Ελλάδα της επόμενης δεκαετίας δεν είναι να αυξήσει απλώς το ΑΕΠ της. Είναι να αυξήσει το προϊόν που παράγει κάθε εργαζόμενος.

Διότι όσο ο μέσος εργαζόμενος εξακολουθεί να παράγει περίπου 250 ευρώ εθνικού προϊόντος την ημέρα, χωρίς ουσιαστική βελτίωση χρόνο με τον χρόνο, η χώρα θα δυσκολεύεται να αυξήσει τους μισθούς, να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητά της και να συγκλίνει πραγματικά με τις πιο ανεπτυγμένες οικονομίες της Ευρώπης.

Η συζήτηση λοιπόν δεν πρέπει να περιορίζεται στο πόσο μεγαλώνει το ΑΕΠ. Το κρίσιμο ερώτημα είναι άλλο: παράγουμε περισσότερο επειδή γινόμαστε καλύτεροι ή απλώς επειδή δουλεύουν περισσότεροι άνθρωποι;

Μέχρι σήμερα, η απάντηση δείχνει να γέρνει επικίνδυνα προς το δεύτερο.