Η φθίνουσα ένταση για τα Τέμπη, η ανθεκτική μνήμη της κοινωνίας

Λιγότερος κόσμος, αλλά καθαρότερο μήνυμα: η κοινωνία θυμάται, και ολάκερο το πολιτικό σύστημα οφείλει να απολογηθεί για την ανεπάρκειά του.

Η φθίνουσα ένταση για τα Τέμπη, η ανθεκτική μνήμη της κοινωνίας

Τα φετινά συλλαλητήρια για τα Τέμπη υπήρξαν μαζικά, αλλά μικρότερα από τα περσινά. Και φέτος, το πλήθος ήταν ηλικιακά και κοινωνικά ετερόκλητο, τα μαζικά αιτήματα ποικίλα, η οργή κάπως μειωμένη μα ζωντανή. Από τα παράθυρα του The Opinion μπορούσε κανείς να δει μια κοινωνία που εξακολουθεί να πενθεί, αλλά με λιγότερη ένταση και περισσότερη κόπωση. Περισσότερος φορμαλισμός, λιγότερος αυθορμητισμός στη συγκέντρωση και στην πορεία· περισσότερη ρουτίνα, λιγότερη πίστη ότι κάτι θα αλλάξει προς το καλύτερο. Περισσότερη θεσμική αμφισβήτηση, λιγότερο πένθος.

Τα συνθήματα και τα τραγούδια στόχευαν στα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα και στις κυβερνητικές ευθύνες των τελευταίων ετών· στο κάδρο μπήκαν και τα τρία τελευταία κόμματα εξουσίας. Όμως ο παλμός έλειπε. Το Κίνημα των Τεμπών μοιάζει να έχει χάσει μέρος της δυναμικής του, όχι επειδή ο κόσμος αδιαφόρησε ή συγχώρησε, αλλά επειδή αμφιβάλλει πως η συμμετοχή του μπορεί να αποφέρει κάτι παραπάνω. Οι εξηγήσεις γι αυτό είναι πολλαπλές: η έναρξη της δίκης, που απορρόφησε μέρος της οργής· η αποστροφή προς κάθε μορφή κομματικής εκμετάλλευσης, όπως αυτή από ένα ενδεχόμενο κόμμα Καρυστιανού· η διεθνής συγκυρία, που κάνει πολλούς να προτιμούν τη σταθερότητα από την οποιαδήποτε ανατροπή. Όταν ο πόλεμος της Γάζας φτάνει στην Τεχεράνη και στην Καμπούλ, οι πιο συντηρητικοί πολίτες αναγνωρίζουν πόσο εύθραυστη είναι η ησυχία τους.

Ωστόσο η μικρότερη προσέλευση στα συλλαλητήρια δεν σημαίνει οριστική παραίτηση. Σημαίνει μια μετατόπιση του τρόπου συμμετοχής. Οι Έλληνες δεν κατέβηκαν εξίσου μαζικά στους δρόμους, αλλά δεν ξέχασαν. Το τραύμα έχει εσωτερικευθεί. Και αυτό μπορεί να είναι εξίσου επικίνδυνο, γιατί η σιωπή δεν σημαίνει λήθη· σημαίνει απογοήτευση. Μια κοινωνία που παύει να φωνάζει δεν ηρεμεί· απλώς σιγοβράζει.

Η τραγωδία των Τεμπών δεν έχει ξεχαστεί, κι ούτε πρόκειται. Η κοινωνία μας τη θυμάται καλά. Θυμάται όσους χάθηκαν εντελώς άδικα, τις κούφιες διαβεβαιώσεις των αρμοδίων, τις υποσχέσεις που δεν τηρήθηκαν, τη διαρκή αποποίηση ευθύνης εκ μέρους όλων των εμπλεκομένων. Και αυτή η μνήμη είναι σήμερα το μόνο αντίβαρο στη λήθη. Δεν έχει μετατραπεί σε πολιτικό κεφάλαιο. Μετουσιώθηκε σε ένα σιωπηλό μα συλλογικό “φτάνει πια”.

Τρία χρόνια μετά, η Πολιτεία εξακολουθεί να φέρει την κύρια ευθύνη για την συνεχιζόμενη εκκρεμότητα: όχι μόνο για τις ελλείψεις που προηγήθηκαν του δυστυχήματος, αλλά και για τη διαχείριση των συνεπειών του. Υπό συνθήκες συλλογικού τραύματος, οι πολίτες αναζητούν καθαρά σήματα επανόρθωσης, όχι προβλέψιμες επικοινωνιακές κινήσεις. Θέλουν σαφή χρονοδιαγράμματα αντιμετώπισης των κακώς κειμένων, όχι αόριστες υποσχέσεις. Εάν οι παρεμβάσεις μοιάζουν αποσπασματικές, η αίσθηση που καλλιεργείται είναι ότι οι αρχές δεν ελέγχουν τα γεγονότα, δεν τα προλαβαίνουν καν. Τρία χρόνια μετά, οι σιδηρόδρομοι παραμένουν εξόχως προβληματικοί. Τούτο το έλλειμμα ανάληψης χρήσιμων πρωτοβουλιών είναι που διαλύει την εμπιστοσύνη, ίσως περισσότερο κι από τα λάθη διαχείρισης.

Εξυπακούεται πως η διαρκής κλιμάκωση της πολιτικής έντασης επίσης δεν λειτουργεί θετικά. Η οργή, όταν δεν οδηγεί σε θεσμικό αποτέλεσμα, εξαντλείται. Το πολιτικό σύστημα χρειάζεται επιτέλους να κατανοήσει ότι η υπερπαραγωγή θυμού φθείρει και το ίδιο, και τη δημοκρατία. Η αντιπολίτευση, εγκλωβισμένη σε πολιτικάντικες καταγγελίες χωρίς βάθος, αδυνατεί να αρθρώσει πειστική εναλλακτική πρόταση· λαϊκίζει, αγνοώντας επιδεικτικά τον ανθρώπινο παράγοντα. Από τη μεριά της, η κυβέρνηση συχνά αντιδρά με σοφιστείες και περιπτωσιολογία, στρουθοκαμηλίζοντας μπροστά στο τεράστιο θεσμικό έλλειμα που -ξανά- ανέδειξε η σύγκρουση των δυο τραίνων. Η κυβέρνηση συμπεριφέρεται λες και όσα οδήγησαν στα Τέμπη δεν συσχετίζονται με τη φονική έκρηξη στη Βιολάντα, με τους αλλεπάλληλους νεκρούς στους τριτοκοσμικούς δρόμους, με τους πνιγμένους στη Γλυφάδα, με όσους χάθηκαν παλιότερα στη Μάνδρα, στο Μάτι, στην Ηλεία, στα ανοιχτά της Πάρου.

Τα μέσα ενημέρωσης εξαπλώνουν άθελά (;) τους τη σύγχυση. Η υπερβολή, η βιασύνη, η προχειρότητα και ο κατακερματισμός της πληροφορίας παράγουν θόρυβο αντί για επίγνωση. Δυστυχώς η αλήθεια χρειάζεται επιμονή και χρόνο για να αποκαλυφθεί. Η δημοσιογραφία δεν οφείλει να θυμώνει περισσότερο αλλά να κατανοεί βαθύτερα τα αίτια των γεγονότων, ώστε να διαφωτίζει την -εκ προοιμίου δύσπιστη- κοινή γνώμη. Πλέον όλοι φωνάζουν, μα κανείς δεν πείθει. Σε μια κοινωνία που διψά για βεβαιότητες, η επιβεβαιωμένη πληροφορία αποτελεί σχεδόν πράξη αντίστασης στο χάος.

Συνεπώς, η κοινωνική δυσαρέσκεια διαιωνίζεται, ακόμη κι αν δεν εκδηλώνεται τόσο θεαματικά πια. Το σύνθημα «Δεν έχω οξυγόνο» συνεχίζει να αγγίζει ευαίσθητες χορδές,. Αποτυπώνει την ασφυξία των πολιτών σε ένα κράτος που ζητά υπευθυνότητα χωρίς να το ίδιο την ενσαρκώνει, που ζητά προσφορά ενώ το ίδιο δεν ανταποδίδει. Το πραγματικό ζήτημα λοιπόν δεν είναι πώς θα κλείσει η υπόθεση αλλά τι θα μάθει η χώρα από αυτήν, και ειδικά όσοι τη διοικούν.

Τρία χρόνια μετά τα Τέμπη, η δοκιμασία της συλλογικής μας ωριμότητας

Το μέλλον της υπόθεσης των Τεμπών αρχικά θα κριθεί στο δικαστήριο. Η διαδικασία απονομής δικαιοσύνης είναι το κορυφαίο τεστ αξιοπιστίας ενός σύγχρονου κράτους. Αν αποδειχθεί διαφανής, θα αποκαταστήσει ένα κομμάτι της συλλογικής πίστης. Αν όχι, θα επιβεβαιώσει την πιο σκοτεινή πρόβλεψη ότι κανείς πραγματικά υπεύθυνος δεν λογοδοτεί στην -λατινοαμερικανικού τύπου- πατρίδα μας. Στην περίπτωση αυτή, το μέλλον της υπόθεσης θα εξελιχθεί σε αμιγώς πολιτικό. Πιο συγκεκριμένα, σε αμιγώς νεοδημοκρατικό.

Η νέα επέτειος έδειξε ότι η οργή μπορεί να καταλαγιάσει, αλλά η μνήμη όχι. Κι αυτή η μνήμη, όσο παραμένει ενεργή, είναι η μόνη εγγύηση πως κάποτε οι τραγωδίες δεν θα επαναλαμβάνονται. Με άλλα λόγια, η δικαίωση των 57 δεν θα έρθει μέσα από μια επανάσταση· θα έρθει μέσα από επιμονή στη διεκδίκηση εφαρμογής του νόμου. Και η επιμονή, σε εποχές γενικευμένης απάθειας, είναι η πιο πολιτική στάση που μπορεί να τηρηθεί.