Η ελληνική υπηρεσία της DW στο χείλος της σιωπής;

Δημόσια διπλωματία, ευρωπαϊκή σφαίρα και η ευθύνη Ελλάδας και διασποράς απέναντι σε μια απόφαση με ευρύτερο συμβολισμό

Η ελληνική υπηρεσία της DW στο χείλος της σιωπής;
UNSPLASH

Η πιθανότητα διακοπής της ελληνόφωνης υπηρεσίας της Deutsche Welle δεν αφορά μόνο μια διοικητική αναδιάρθρωση ενός διεθνούς μέσου, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο η Ευρώπη αντιλαμβάνεται τη γλωσσική πολυφωνία, τη δημόσια διπλωματία και τη σχέση της με τις μικρότερες γλωσσικές κοινότητες. Επίσης ενδιαφέρει και το πώς η Ελλάδα και η οργανωμένη διασπορά της αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους μέσα σε ένα σύνθετο ευρωπαϊκό περιβάλλον, όπου η συμβολική παρουσία συχνά προηγείται της γεωπολιτικής βαρύτητας.

Η Deutsche Welle ιδρύθηκε ως διεθνής ραδιοτηλεοπτικός φορέας της Ομοσπονδιακής Γερμανίας με σαφή αποστολή την προβολή της γερμανικής οπτικής στον κόσμο, με σεβασμό στις αρχές της ανεξαρτησίας και της δημοσιογραφικής δεοντολογίας. Η ελληνική της υπηρεσία λειτούργησε επί δεκαετίες ως δίαυλος πληροφόρησης και ερμηνείας, ιδίως σε περιόδους όπου η Ελλάδα βρισκόταν σε πολιτική ή οικονομική αναταραχή. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, η φωνή της υπήρξε σημείο αναφοράς για όσους αναζητούσαν ενημέρωση εκτός λογοκρισίας. Στα χρόνια της οικονομικής κρίσης, λειτούργησε ως γέφυρα κατανόησης ανάμεσα στη γερμανική κοινή γνώμη και μια ελληνική κοινωνία που συχνά ένιωθε ότι δικάζεται συλλογικά.

Σήμερα η απειλή παύσης λειτουργίας εντάσσεται σε ένα ευρύτερο σχέδιο περικοπών, το οποίο η διοίκηση της DW συνδέει με δημοσιονομικούς περιορισμούς και ανακατανομή προτεραιοτήτων. Η λογική που διατυπώνεται υποστηρίζει ότι οι διαθέσιμοι πόροι πρέπει να κατευθυνθούν σε γλωσσικές ζώνες όπου η ελευθερία του Τύπου είναι περιορισμένη ή όπου η πρόσβαση σε αξιόπιστη ενημέρωση είναι δομικά δυσχερής. Η Ελλάδα, ως κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης με ανεπτυγμένο μιντιακό τοπίο, θεωρείται ότι δεν εμπίπτει σε αυτή την κατηγορία.

Το επιχείρημα έχει μια φαινομενική ορθολογικότητα, η οποία όμως χρειάζεται προσεκτική εξέταση. Η δημόσια διεθνής ραδιοτηλεόραση δεν λειτουργεί μόνο ως υποκατάστατο της ελευθερίας του Τύπου σε αυταρχικά καθεστώτα. Λειτουργεί και ως εργαλείο ήπιας ισχύος ανάμεσα σε δημοκρατίες, ως πεδίο διαλόγου, ως χώρος όπου αρθρώνεται η αμοιβαία κατανόηση. Η ελληνική υπηρεσία της DW δεν εξυπηρετούσε απλώς μια «ανάγκη πληροφόρησης» που καλύπτεται από άλλα μέσα. Εξυπηρετούσε τη διαμόρφωση μιας διακρατικής δημόσιας σφαίρας, όπου οι εντάσεις μπορούσαν να ερμηνευθούν χωρίς κραυγές.

Η περίοδος της ευρωκρίσης κατέδειξε πόσο εύθραυστη είναι αυτή η σφαίρα. Οι γερμανικές εφημερίδες συχνά παρουσίαζαν την Ελλάδα μέσα από στερεοτυπικά σχήματα, ενώ ελληνικά μέσα αναπαρήγαγαν αντιγερμανικό λόγο. Σε αυτό το περιβάλλον, η ύπαρξη μιας ελληνόφωνης υπηρεσίας ενός γερμανικού δημόσιου μέσου είχε ιδιαίτερη σημασία, επειδή λειτουργούσε ως εσωτερικός μεταφραστής προθέσεων και συμφραζομένων. Η κατάργησή της θα σήμαινε απώλεια ενός θεσμικού καναλιού, το οποίο συνέβαλε στην αποσυμπίεση της πόλωσης.

Η γλώσσα ως γεωπολιτική υποδομή

Η γλωσσική πολιτική ενός διεθνούς μέσου αντανακλά προτεραιότητες ισχύος. Κάθε επιλογή διατήρησης ή διακοπής μιας υπηρεσίας ενσωματώνει μια αξιολόγηση για το ποιες κοινωνίες θεωρούνται στρατηγικά κρίσιμες. Η ελληνική γλώσσα, παρότι ομιλείται από σχετικά μικρό πληθυσμό, διαθέτει ισχυρή διασπορά και ιδιαίτερο πολιτισμικό βάρος. Η παρουσία της σε έναν διεθνή φορέα όπως η DW λειτουργεί συμβολικά, διότι σηματοδοτεί ότι η Γερμανία θεωρεί τη σχέση της με τον ελληνικό κόσμο διαρκώς σημαντική.

Σε ένα περιβάλλον όπου η Ευρωπαϊκή Ένωση δοκιμάζεται από γεωπολιτικές εντάσεις, ενεργειακές κρίσεις και μεταναστευτικές πιέσεις, οι γέφυρες κατανόησης αποκτούν πρόσθετη αξία. Η Ελλάδα βρίσκεται σε κομβική γεωγραφική θέση, αποτελεί σύνορο της Ένωσης και συμμετέχει ενεργά σε κρίσιμες ευρωπαϊκές συζητήσεις. Η συρρίκνωση της γερμανικής επικοινωνιακής παρουσίας στην ελληνική γλώσσα εκπέμπει ένα μήνυμα αναδίπλωσης, το οποίο υπερβαίνει τα στενά όρια μιας δημοσιονομικής απόφασης.

Παράλληλα, η ελληνική διασπορά στη Γερμανία, η οποία αριθμεί εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες και κατοίκους, συγκροτεί μια διακριτή κοινωνική πραγματικότητα. Για πολλές οικογένειες δεύτερης και τρίτης γενιάς, η πρόσβαση σε ποιοτική ενημέρωση στα ελληνικά συνδέεται με τη διατήρηση της πολιτισμικής ταυτότητας. Η DW, ως γερμανικός θεσμός, προσέφερε μια ιδιαίτερη οπτική που συνέδεε τις δύο πατρίδες τους. Η παύση της υπηρεσίας θα περιορίσει αυτό το πεδίο σύνθετης ταυτότητας.

Είναι εύλογο να αναρωτηθεί κανείς κατά πόσο μια τέτοια απόφαση μπορεί να ανατραπεί. Η διοίκηση ενός δημόσιου οργανισμού δεσμεύεται από τον προϋπολογισμό που εγκρίνει το κοινοβούλιο και από τις πολιτικές κατευθύνσεις της ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Συνεπώς, η συζήτηση μετατοπίζεται από το επίπεδο της απλής διαμαρτυρίας στο επίπεδο της πολιτικής πειθούς.

Η Ελλάδα, ως κράτος, οφείλει να προσεγγίσει το ζήτημα με θεσμική σοβαρότητα. Μια άμεση οικονομική συνεισφορά που θα συνδεόταν με περιεχόμενο θα έθετε ζητήματα ανεξαρτησίας και θα δημιουργούσε προηγούμενο. Αντιθέτως, η ελληνική διπλωματία μπορεί να αναδείξει το θέμα στο πλαίσιο των διμερών σχέσεων, επισημαίνοντας τον ρόλο της υπηρεσίας στη διατήρηση μιας ισορροπημένης δημόσιας συζήτησης. Η επιχειρηματολογία οφείλει να εστιάσει στην αξία της πολυγλωσσίας και στην ανάγκη διατήρησης θεσμικών διαύλων επικοινωνίας.

Η οργανωμένη διασπορά στη Γερμανία διαθέτει επιπλέον εργαλεία. Οι ελληνικές κοινότητες, τα πολιτιστικά σωματεία και οι επαγγελματικές ενώσεις μπορούν να απευθυνθούν σε βουλευτές του Bundestag και σε μέλη επιτροπών που εποπτεύουν τα μέσα ενημέρωσης. Η πίεση που ασκείται από εκλογικές περιφέρειες έχει συχνά μεγαλύτερη απήχηση από μια αφηρημένη διεθνή διαμαρτυρία. Εφόσον οι γερμανικοί θεσμοί αντιληφθούν ότι η απόφαση επηρεάζει συγκεκριμένες κοινότητες πολιτών, η στάθμιση ενδέχεται να επανεξεταστεί.

Σημαντικός είναι και ο ρόλος της ελληνικής κοινωνίας των πολιτών. Πανεπιστημιακοί, δημοσιογράφοι, αναλυτές και οργανώσεις που δραστηριοποιούνται στην προώθηση της ελευθερίας του Τύπου μπορούν να διατυπώσουν τεκμηριωμένες παρεμβάσεις. Η συζήτηση πρέπει να μετατοπιστεί από τη συναισθηματική επίκληση της ιστορίας σε μια ψύχραιμη ανάλυση για το πώς η ύπαρξη της υπηρεσίας συμβάλλει στη σταθερότητα και στη διαφάνεια.

Ένα επιπλέον επίπεδο αφορά τις πιθανές εναλλακτικές μορφές χρηματοδότησης. Σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, δημόσια μέσα έχουν αναπτύξει συνεργασίες με ιδρύματα ή ευρωπαϊκά προγράμματα, διασφαλίζοντας παράλληλα τη συντακτική ανεξαρτησία. Μια τέτοια λύση απαιτεί λεπτό σχεδιασμό και σαφείς εγγυήσεις. Ωστόσο, μπορεί να αποτελέσει γέφυρα σε μια μεταβατική περίοδο, εφόσον υπάρξει πολιτική βούληση.

Το ζήτημα της DW αναδεικνύει και μια εσωτερική ελληνική πρόκληση. Πόσο συστηματικά επενδύει η Ελλάδα στη δική της δημόσια διπλωματία; Πόσο συνεκτικά προβάλλει τη θέση της σε γλώσσες πέραν των αγγλικών; Η υπεράσπιση της ελληνόφωνης υπηρεσίας ενός ξένου μέσου δεν μπορεί να υποκαταστήσει την ανάγκη για ενίσχυση των ελληνικών διεθνών μέσων. Μπορεί όμως να λειτουργήσει ως αφορμή για μια ευρύτερη στρατηγική συζήτηση.

Στον δημόσιο λόγο συχνά επικρατεί η λογική της στιγμιαίας αγανάκτησης. Η εμπειρία δείχνει ότι τέτοιες αντιδράσεις σπάνια παράγουν μακροπρόθεσμα αποτελέσματα. Αντιθέτως, η συντονισμένη, τεκμηριωμένη και θεσμικά προσανατολισμένη δράση έχει μεγαλύτερες πιθανότητες επιτυχίας. Η ελληνική πλευρά οφείλει να διατυπώσει σαφές αίτημα, να προσδιορίσει εφικτές λύσεις και να αποφύγει την παγίδα της ρητορικής υπερβολής.

Η υπόθεση της ελληνικής υπηρεσίας της DW αποτελεί δοκιμασία ωριμότητας για όλους τους εμπλεκόμενους. Για τη γερμανική πολιτεία, επειδή καλείται να σταθμίσει δημοσιονομικές πιέσεις με τη στρατηγική αξία της πολυγλωσσικής παρουσίας. Για την Ελλάδα, επειδή καλείται να υπερασπιστεί μια θεσμική γέφυρα χωρίς να υπονομεύσει την ανεξαρτησία της. Για τη διασπορά, επειδή καλείται να ενεργοποιηθεί ως ώριμος συλλογικός δρων μέσα στο γερμανικό πολιτικό σύστημα.

Σε μια εποχή όπου η παραπληροφόρηση διακινείται ταχύτατα και όπου οι εθνικές αφηγήσεις συγκρούονται με ένταση, η ύπαρξη αξιόπιστων διακρατικών μέσων αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η σιωπή μιας γλώσσας σε έναν τέτοιο φορέα δεν είναι απλή τεχνική προσαρμογή. Είναι συμβολική μετατόπιση. Αν αυτή η μετατόπιση παγιωθεί, η απώλεια θα είναι περισσότερο ποιοτική παρά ποσοτική.

Η τελική έκβαση θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο το ζήτημα θα αναδειχθεί ως ευρωπαϊκό και όχι ως στενά εθνικό. Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση στηρίχθηκε σε δίκτυα αλληλοκατανόησης που υπερέβαιναν τα σύνορα. Η ελληνική υπηρεσία της DW υπήρξε ένα από αυτά τα δίκτυα. Η διατήρησή της θα αποτελέσει ένδειξη ότι η Ευρώπη εξακολουθεί να επενδύει στη γλωσσική και πολιτισμική της πολυφωνία, ακόμη και όταν οι προϋπολογισμοί πιέζονται.

Αντιθέτως, η κατάργησή της θα καταγραφεί ως επιλογή περιορισμού, η οποία ίσως αποδειχθεί βραχυπρόθεσμα διαχειρίσιμη αλλά μακροπρόθεσμα φτωχότερη σε συμβολικό κεφάλαιο. Σε αυτό το σταυροδρόμι, η ευθύνη δεν ανήκει αποκλειστικά στη διοίκηση ενός οργανισμού. Ανήκει και σε όσους αναγνωρίζουν τη σημασία της δημόσιας σφαίρας και είναι διατεθειμένοι να την υπερασπιστούν με επιχειρήματα, θεσμική επιμονή και στρατηγική σκέψη.