Η αποικιοκρατία, η φτώχεια και η αυταπάτη της ξένης ευθύνης

Από τη Νότια Αμερική ως την Αφρική και την Ασία, η ιστορία της αποικιοκρατίας χρησιμοποιείται συστηματικά ως άλλοθι για θεσμική ανεπάρκεια και πολιτική παρακμή.

Η αποικιοκρατία, η φτώχεια και η αυταπάτη της ξένης ευθύνης

Ειδικά τις τελευταίες δεκαετίες, η αποικιοκρατία αποτελεί ίσως τον πιο δημοφιλή αποδιοπομπαίο τράγο. Η φτώχεια και η υπανάπτυξη του παγκόσμιου Νότου και οι συνέπειες τους αποδίδονται αποκλειστικά στο δυτικό επεκτατισμό, και στην αποστράγγιση ανθρώπινων και φυσικών πόρων. Με επιμονή ένθεν και ένθεν, εκεί αποδίδονται σχεδόν όλα τα κακά του κόσμου, μέχρι και η κλιματική αλλαγή. Πρόκειται για υπεραπλούστευση, που δίχως να στερείται επιχειρημάτων, δεν επαρκεί για να ερμηνεύσει την πραγματικότητα, ογδόντα χρόνια μετά την έναρξη της πλήρους αποαποικιοποίησης.

Στη Βενεζουέλα Αμερικανοί διπλωμάτες με στόχο την αποκατάσταση των σχέσεων των δύο χωρών

Η Βενεζουέλα αποτελεί επίκαιρο και χαρακτηριστικό παράδειγμα. Καμία ξένη δύναμη δεν τη διοικεί από το 1821. Διαθέτει τα μεγαλύτερα επιβεβαιωμένα αποθέματα πετρελαίου στον πλανήτη και μεγάλα κοιτάσματα ορυκτών, μα το βιοτικό της επίπεδο έχει καταρρεύσει. Για το γεγονός αυτό δεν φταίνε οι αποικιοκράτες – φταίει η κακοδιοίκηση, η διαφθορά και η ιδεολογική τύφλωση διαδοχικών καθεστώτων που κατάφεραν να μετατρέψουν τον φυσικό πλούτο σε γενικευμένη στασιμότητα. Όταν μια χώρα χρεοκοπεί με τόσο μαύρο χρυσό στο υπέδαφος της, το πρόβλημα προφανώς της δεν είναι εξωτερικό. Είναι εσωτερικό και θεσμικό.

Η ίδια εικόνα επαναλαμβάνεται σε πολλές περιοχές της Αφρικής, όπου η αποχώρηση των Ευρωπαίων αποικιοκρατών συνοδεύτηκε από τη διάλυση των διοικητικών μηχανισμών που εκείνοι είχαν εγκαταστήσει. Είναι γεγονός ότι οι αποικιοκρατικές δυνάμεις χάραξαν αυθαίρετα σύνορα, αγνοώντας εθνολογικές και θρησκευτικές πραγματικότητες. Είναι επίσης γεγονός ότι μετά την αναχώρηση των λευκών μειώθηκε δραματικά η πρόσβαση Αφρικανών και Ασιατών σε υψηλή εκπαίδευση και τεχνολογία. Ωστόσο, σε αρκετές περιπτώσεις, ο χρόνος που έχει παρέλθει είναι πλέον μεγαλύτερος από τη διάρκεια της ίδιας της αποικιοκρατίας. Εάν τόσες δεκαετίες αργότερα, οι υποδομές παραμένουν ερειπωμένες και οι θεσμοί διαβρωμένοι, για αυτό δεν φταίνε οι παλιές αλλά οι μεταγενέστερες πολιτικές διοικήσεις. Μετά τόσες πολιτικές ανατροπές στα ανεξάρτητα κράτη (μαζική υιοθέτηση σοσιαλιστικών πολιτικών σε συνεργασία με τη Σοβιετική Ένωση και την Κίνα), δεν μπορεί να ευσταθεί καν ο ισχυρισμός ότι οι δυτικοί ευθύνονται για την ποιότητα των διαδόχων ηγεσιών.

Επιπλέον, οι Ευρωπαίοι δεν άφησαν πίσω τους μόνο εκμετάλλευση. Άφησαν και τρένα, δρόμους, ορυχεία, σχολεία, επικοινωνίες, δίκτυα άρδευσης και ηλεκτρισμού. Σε πολλές περιπτώσεις, προσπάθησαν να εκπαιδεύσουν ντόπιους στη διοίκηση, ακριβώς για να μπορούν να λειτουργούν οι αποικίες με περισσότερη αυτονομία, δηλαδή φθηνότερα. Η μετάβαση βεβαίως υπήρξε βεβιασμένη· η αποχώρηση των αποικιοκρατών οδήγησε συχνά σε κενό εξουσίας, εμφύλιες συγκρούσεις και πολλή διαφθορά. Αλλά ο χρόνος που πέρασε αρκεί πλέον για να μετατραπούν τα άλλοτε θύματα σε υπεύθυνα κράτη, εφόσον υπάρχει η βούληση.

Άλλωστε υπάρχουν και τα αντίθετα, τα επιτυχημένα παραδείγματα. Η Κορέα, το Χονγκ Κονγκ και η Σιγκαπούρη αξιοποίησαν πλήρως τα θεσμικά και τεχνοκρατικά εργαλεία που κληρονόμησαν. Το ίδιο συνέβη σταδιακά στη Μποτσουάνα, στην Ουρουγουάη, στη Γκάνα, στην Κόστα Ρίκα· κρατικές οντότητες κάπως μικρές αλλά θεσμικά στιβαρές, που απέδειξαν πως η μετα-αποικιακή επιτυχία δεν είναι τόσο ζήτημα ιστορίας, όσο πολιτικής επιλογής.

Αντίθετα, η κάποτε ελπιδοφόρα Λιβερία, που δεν αποικίστηκε ποτέ και ιδρύθηκε από απελευθερωμένους Αμερικανούς σκλάβους, κατέρρευσε κάτω από τις ολοδικές της αντιφάσεις. Κάτι ανάλογο ισχύει για τη σημερινή Νότια Αφρική: αν και μετά το τέλος του Απαρτχάιντ κληρονόμησε πλήρως λειτουργικούς θεσμούς, τώρα οπισθοχωρεί υπό το βάρος της καλπάζουσας διαφθοράς και εγκληματικότητας. Ούτε εκεί συναντάμε οποιοδήποτε αποικιοκρατικό υπόλειμμα: το πολίτευμα είναι δημοκρατικό, η κομματική λειτουργία κανονική.

Από την άλλη, στην Αίγυπτο, στην Αιθιοπία, στο Ιράν ή στην Ταϊλάνδη, που ποτέ δεν υπήρξαν αποικίες, η οικονομική και θεσμική ανεπάρκεια κατά βάση δεν διαφέρει από εκείνη χωρών που υπήρξαν πλήρως υποτελείς. Αντίστοιχα η -αποικιοκράτης- Τουρκία παρέμεινε κοινωνικά και πολιτικά οπισθοδρομική, παρά τον παραγωγικό εκδυτικισμό της.

Εδώ αξίζει να υπενθυμίσω το εξής: τα συστατικά της αποικιοκρατίας δεν ήταν αμιγώς ευρωπαϊκή εφεύρεση. Οι Άραβες και οι Οθωμανοί είχαν δημιουργήσει αυτοκρατορίες αιώνες νωρίτερα, βασισμένες σε εκμετάλλευση και δουλεία· στην υποσαχάρια Αφρική πουλούσαν μαύρους στους λευκούς, ενώ στη βόρεια Αφρική πουλούσαν λευκούς στους μωαμεθανούς. Οι Ρώσοι αποίκησαν βιαίως τη Σιβηρία και την Κεντρική Ασία. Οι Αζτέκοι και οι Ίνκας απομυζούσαν άλλες φυλές πολύ πριν φτάσουν εκεί οι λευκοί. Η ιστορία της ξένης κατοχής και της απόσπασης πόρων είναι διεθνής, όχι δυτική.

Εξυπακούεται πως η ευρωπαϊκή αποικιοκρατία δεν υπήρξε αγαθή και πεφωτισμένη. Υπήρξε βάναυση και ρατσιστική, και έπρεπε να λήξει. Όλοι οι άνθρωποι έχουν απόλυτο δικαίωμα στην αυτοδιάθεση. Όμως, η επιμονή να θεωρούμε πως για κάθε σύγχρονο πρόβλημα φταίνε οι λευκοί χριστιανοί ή -στη δική μας περίπτωση- οι Τούρκοι αποδυναμώνει τη δυνατότητα μας να εξελιχθούμε. Η επίκληση του παρελθόντος ως μόνιμης δικαιολογίας δεν είναι αυτογνωσία· είναι ευθυνοφοβία. Το πρόβλημα λοιπόν δεν εντοπίζεται στους ξένους δυνάστες γενικά και αόριστα. Εντοπίζεται σε μια εδραιωμένη κουλτούρα ανευθυνότητας, η οποία οδηγεί σε αδυναμία οικοδόμησης κράτους δικαίου.

Εν κατακλείδι, η αποικιοκρατία μπορεί άνετα να εξήγησε τη φτώχεια του χθες. Δεν εξηγεί τη φτώχεια του σήμερα. Ούτε η Ινδία, ούτε το Κονγκό, ούτε η Υεμένη, ούτε η Αϊτή μπορούν να κατηγορούν επ’ άπειρον τη Δύση για τις δικές τους αποτυχίες. Οι ίδιες οι χώρες που πολέμησαν για την ανεξαρτησία τους, απέκτησαν προ πολλού και την πλήρη ευθύνη για τη λειτουργία τους. Συνεπώς, η αλήθεια είναι πιο δυσάρεστη: όσες κοινωνίες αποφεύγουν να μορφώνονται, να λογοδοτούν και να διοικούνται ορθά, παραμένουν κρατούμενες των ίδιων τους των παραδόσεων. Στις μέρες μας, ο πραγματικός αποικιοκράτης, δεν κατοικεί στο Λονδίνο,στην Ουάσιγκτον ή στο Παρίσι· κατοικεί στα μυαλά όσων εξακολουθούν να ψάχνουν μεσσίες και φταίχτες, προτιμώντας αρχαίες αλυσίδες.