Γιατί η Τουρκία επιμένει να καμαρώνει για την Άλωση της Πόλης;

Από τις φιέστες για το 1453 μέχρι το προσκύνημα στην Αγία Σοφία, η τουρκική ταυτότητα παραμένει εγκλωβισμένη σε μια ιστορική αντίφαση.

Γιατί η Τουρκία επιμένει να καμαρώνει για την Άλωση της Πόλης;

Κάθε χρόνο, τέτοιες μέρες, τα κοινωνικά δίκτυα και τα διεθνή ΜΜΕ πλημμυρίζουν από εικόνες της Πόλης. Drones πάνω από τα τείχη. Αναπαραστάσεις της πολιορκίας. Φωτισμοί, σημαίες, εθνικιστικά συνθήματα. Και φυσικά, οι ετήσιες δηλώσεις του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν για την «ένδοξη κατάκτηση» που άλλαξε την ιστορία. Ειδικά φέτος μίλησε για την επιστροφή της Πόλης στην ευημερία μετά την πτώση της. Μήνυμα με πολλαπλούς αποδέκτες, εντός και εκτός.

Όσο περνά ο καιρός, τόσο πιο έντονα γίνεται αντιληπτό ότι η Τουρκία δεν γιορτάζει απλώς ένα ιστορικό γεγονός. Προσπαθεί να επιβεβαιώσει μια ταυτότητα. Τούτου λεχθέντος, όσο περισσότερο χρειάζεται να την επιβεβαιώνει, τόσο περισσότερο αποκαλύπτει τις εσωτερικές της αντιφάσεις και ανασφάλειες.

Η 29η Μαΐου 1453 υπήρξε αναμφίβολα μια από τις σημαντικότερες ημερομηνίες του παγκόσμιου γίγνεσθαι. Έκλεισε ένας υπερχιλιετής κύκλος και άνοιξε ένας άλλος· ηττήθηκαν τα υπολείμματα μιας άλλοτε ένδοξης αυτοκρατορίας και αναδύθηκε μια νέα. Ωστόσο η σύγχρονη τουρκική πολιτική δεν αντιμετωπίζει την επέτειο ως τυπική υπενθύμιση του χθες. Την αντιμετωπίζει συστηματικά ως πολιτικό εργαλείο του σήμερα.

Άλλωστε αυτό φαίνεται και στη γλώσσα που χρησιμοποιείται. Η δυτική ιστοριογραφία μιλά για κατάκτηση. Στην τουρκική παράδοση χρησιμοποιείται ο αραβικός όρος «Fetih», οποίος δεν σημαίνει ακριβώς στρατιωτική επικράτηση. Κυριολεκτικά μεταφράζεται σε «άνοιγμα»: μια σχεδόν μεταφυσική πράξη, μέσω της οποίας ένας τόπος περνά από το σκοτάδι στο φως. Από την παρακμή στη δικαιοσύνη. Από την παλαιά τάξη πραγμάτων στη νέα.

Κάπως έτσι εξηγείται γιατί η Τουρκία τολμά ταυτόχρονα να εμφανίζεται ως κατακτητής και ως απελευθερωτής. Σύμφωνα με το δικό της σκεπτικό, η σύμπτωση είναι εύλογη. Ο Πορθητής δεν παρουσιάζεται ως εισβολέας, αλλά ως ιστορικός λυτρωτής σε θεϊκή αποστολή. Ως εκτελεστής της βούλησης του Αλλάχ. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η συγκεκριμένη αφήγηση συναντά την ιστορική πραγματικότητα.

Αν και εν πολλοίς ερειπωμένη, η Κωνσταντινούπολη του 1453 δεν περίμενε παθητικά να… απελευθερωθεί. Παρέμενε η προαιώνια πρωτεύουσα του -οπωσδήποτε δραματικά αποδυναμωμένου- Βυζαντίου. Πρωτεύουσα μιας οντότητας με γραπτό δίκαιο, ανεξίθρησκο φορολογικό μηχανισμό και κοινή γλώσσα. Οι υπερασπιστές και οι κάτοικοί της δεν υποδέχθηκαν τον πολυεθνικό στρατό του Μωάμεθ με δάφνες και βάγια. Αντίθετα, τον πολέμησαν σκληρά, παρά την αβυσσαλέα υπεροχή του. Η Κωνσταντινούπολη έπεσε ύστερα από αιματηρή πολιορκία. Με νεκρούς. Με λεηλασίες. Με κτηνώδη βία. Με καταστροφή εντυπωσιακών μνημείων. Στη συνέχεια.  Μετά την κατάληψη, επί αιώνες δεν είχαν τίποτα να επιδείξουν: το Μπλε Τζαμί και το Τοπ Καπί ήταν τεχνικά και αισθητικά υποδεέστερα των -πολύ παλαιότερων- Αγία Σοφία και Μεγάλο Π.αλάτι

Η επιμονή της Άγκυρας να παρουσιάζει την Άλωση αποκλειστικά ως πράξη προόδου προφανώς δεν είναι αθώα. Αποτελεί συνειδητή πολιτική επιλογή.

Η σημερινή Τουρκία εξακολουθεί να ζει μέσα σε μια βαθιά ταυτοτική αντίφαση. Από τη μία πλευρά αντλεί υπερηφάνεια από την οθωμανική κληρονομιά της. Από την άλλη, βρίσκεται σε μια γεωγραφική περιοχή όπου σχεδόν κάθε πέτρα παραπέμπει σε προγενέστερους πολιτισμούς. Η Έφεσος, η Μίλητος, η Αφροδισιάς, η Πέργαμος, η Νίκαια, η Άσπενδος: τα αμέτρητα ελληνορωμαϊκά ερείπια θυμίζουν πόσος πλούτος και ομορφιά παραγόταν εκεί, 1500 χρόνια πριν την άφιξη των Σελτζούκων.

Η χώρα φυσικά απολαμβάνει τα οικονομικά, γεωπολιτικά και πολιτιστικά οφέλη αυτής της κληρονομιάς. Ταυτόχρονα, δυσκολεύεται να συμφιλιωθεί με το γεγονός ότι δεν έχει σχέση με τη δημιουργία της. Ίσως γι αυτό ενθαρρύνει κάθε προσπάθεια αποσύνδεσης της αρχαιότητας από τον ελληνικό της χαρακτήρα, αποπειρώμενη να την εντάξει σε μια γενικότερη, αόριστη κατηγορία «πολιτισμών της Ανατολίας»· τους πολιτισμούς των… Προτούρκων. Ίσως γι αυτό το τζαμί της Αγίας Σοφίας εξακολουθεί να λειτουργεί ως πολύτιμο σύμβολο 573 χρόνια μετά. Ίσως επειδή οι πραγματικά ασφαλείς κοινωνίες δεν έχουν ανάγκη από διαρκείς επιβεβαιώσεις.

Κανείς δεν διοργανώνει ετήσιες φιέστες για να αποδείξει ότι η Ρώμη είναι ιταλική, ότι το Βερολίνο είναι γερμανικο ή ότι το Παρίσι είναι γαλλικό. Όταν μια κοινωνία νιώθει απολύτως βέβαιη για τον εαυτό της, δεν χρειάζεται φαντασμαγορικά σόου και κιτς τελετουργίες. Αντίθετα, η συνεχής ανάγκη -εικονικής- επανακατάκτησης ενός συμβόλου συνήθως αποκαλύπτει αθεράπευτη ανασφάλεια.

Τούτο εξηγεί και μια δεύτερη, εξίσου σημαντική αντίφαση.

Η Τουρκία πανηγυρίζει για την κατάληψη της πρωτεύουσας μιας άλλης αυτοκρατορίας, ενώ ταυτόχρονα η πολιτική της κουλτούρα παραμένει εμποτισμένη από το λεγόμενο «Σύνδρομο των Σεβρών»· από τον φόβο ότι ξένες δυνάμεις επιδιώκουν τον διαμελισμό της, έναν αιώνα αργότερα. Με άλλα λόγια, εμφανίζεται ταυτόχρονα ως πανίσχυρος ιστορικός νικητής, και ως διαρκώς απειλούμενο θύμα. Η εν λόγω στάση δεν είναι ασύνδετη με την παραπάνω. Πρόκειται για πτυχές του ίδιου ψυχολογικού μηχανισμού: όσο μεγαλύτερη είναι η ανάγκη επίδειξης ισχύος, τόσο πιθανότερο είναι να κρύβει έναν βαθύτερο υπαρξιακό φόβο.

Το παρόν έχει καταστεί ακόμη πιο σύνθετο, άρα απρόβλεπτο. Ως γνωστόν, οι σύγχρονοι Τούρκοι δεν αποτελούν πληθυσμό αποκομμένο από το παρελθόν της Ανατολίας. Αντιθέτως, η ιστορία τους είναι μια διαδρομή αφομοιώσεων, εξισλαμισμών, μετακινήσεων πληθυσμών και πολιτισμικών συγχωνεύσεων. Σε πολύ μεγάλο βαθμό, οι σύγχρονοι κάτοικοι της χώρας είναι ένα αμάλγαμα βίαια εκτουρκισμενων Ελλήνων, Αρμενίων, Γεωργιανών και Σλαβων. Η διαμόρφωση της εθνότητάς τους ξεκίνησε αρκετά πριν το Μαντζικέρτ, όταν οι πρώτοι εγκαταστάθηκαν στα ερημωμένα υψίπεδα της Μικράς Ασίας, ως πολεμιστές των Βυζαντινών εναντίον των Αράβων. Πρόκειται δηλαδή για μια διαδικασία που κράτησε τουλάχιστον πέντε αιώνες. Πίσω από την προπαγάνδα, βρίσκονται δεκάδες εκατομμύρια άνθρωποι με μικτές καταβολές, κοινές μνήμες και αλληλεπικαλυπτόμενες ιστορίες.

Αυτό ακριβώς είναι που δυσκολεύονται να αποδεχθούν οι εθνικιστές. Οι απανταχού εθνικιστές αγαπούν τις καθαρές, ασπρόμαυρες γραμμές. Το παρελθόν όμως γράφεται σε γκρίζες και θολές.

Κατά συνέπεια, η Τουρκική Δημοκρατία βρίσκεται μονίμως μπροστά σε ένα στρατηγικό δίλημμα, που μάλλον θα τη συνοδεύει για δεκαετίες. Θα συνεχίσει να θεμελιώνει τη συλλογική ταυτότητά της πάνω στην επαναλαμβανόμενη αναπαράσταση της κατάκτησης, ή θα επιχειρήσει επιτέλους να συμφιλιωθεί με το πολυσύνθετο παρελθόν της;

Ο Κεμάλ Ατατούρκ προσπάθησε να δημιουργήσει μια εντελώς καινούργια εθνική συνείδηση, εν γένει αποσυνδεδεμένη από την  οθωμανική κληρονομιά. Σε αρκετά σημεία πέτυχε. Σε άλλα όχι. Η κατάργηση του χαλιφάτου εις βάρος της τουρκικής μαλακής ισχύος, η βεβιασμένη μετάβαση προς τον κοσμικό εθνικισμό και η άγαρμπη συγκρότηση ενιαίας ταυτότητας άφησαν ανοιχτές πληγές. Ίσως το ιδανικό για τη χώρα θα ήταν η μετονομασία της σε Ανατολία το 1923, με ολοκαίνουργια εθνικά σύμβολα, μα αυτό δεν συνέβη. Μετά το 2000, ο μεγαλομανής Ερντογάν ακολούθησε αντίστροφη διαδρομή: επανέφερε την οθωμανική μνήμη στο επίκεντρο της δημόσιας ζωής. Προφανώς ούτε έτσι λύθηκε το πρόβλημα. Μασκαρίστηκε, και οξύνθηκε. Η αδυναμία αποσύνδεσης από την αυτοκρατορική κληρονομιά πλέον κοστίζει.

Και κάπου εκεί εντοπίζεται το πραγματικό διακύβευμα για το μέλλον της Γείτονος. Οι νεότερες γενιές (ειδικά εκείνες των δυτικών παραλίων) εμφανίζονται ολοένα πιο απομακρυσμένες από τις παραδοσιακές θρησκευτικές βεβαιότητες. Ταυτόχρονα, είναι περισσότερο εκτεθειμένες στην παγκοσμιοποίηση, στην επιστημονική έρευνα και στην πολυπλοκότητα της ιστορίας. Πολλοί νέοι πραγματοποιούν τεστ DNA, ανακαλύπτοντας έκπληκτοι πως ελάχιστη σχέση έχουν με νομάδες της Κεντρικής Ασίας. Τα βίντεο που ανεβάζουν στα social media υπονομεύουν το επίσημο εθνικό αφήγημα.

Ενδεχομένως αυτές οι γενιές θα καταφέρουν κάποτε να δουν τη Μικρά Ασία όχι ως τρόπαιο, μα ως τόπο συνάντησης πολιτισμών. Αν αυτό συμβεί, θα είναι ευεργετικό και για την Τουρκία, και για τους γείτονές της. Όσα κράτη συμφιλιώνονται με την ιστορία τους αποκτούν αυτοπεποίθηση, επιλέγοντας τη συνύπαρξη και τη συνεργασία από τον αναθεωρητισμό και τον πόλεμο. Αντίθετα, όσα παλεύουν διαρκώς με το παρελθόν τους, εκ των πραγμάτων φοβούνται το μέλλον. Και ο φόβος δεν μπορεί να θεωρηθεί σταθερό θεμέλιο μεγάλης και υπεύθυνης δύναμης. Ο φόβος καλλιεργεί μόνο κόμπλεξ, αυταπάτες και υστερία.