Γαλλία: Τι κρύβεται πίσω από την εξέγερση στα λύκεια

Η κρίση ξεκίνησε από πραγματικά προβλήματα της εκπαίδευσης, αλλά γρήγορα απέκτησε κοινωνικές και πολιτικές διαστάσεις, ενώ η βία απειλεί πλέον να επισκιάσει τα αρχικά αιτήματα

Γαλλία: Τι κρύβεται πίσω από την εξέγερση στα λύκεια
High school students hold a poster reading '35 students per class, no heating in winter, no air conditioning in summer' as they block the entrance to their school during a protest against education conditions in Montpellier, southern France, 05 October 2026. EPA/HORCAJUELO GUILLAUME

Η εικόνα χιλιάδων μαθητών στους δρόμους, αποκλεισμένων λυκείων, συγκρούσεων με την αστυνομία και εκατοντάδων συλλήψεων δημιουργεί εύκολα την εντύπωση ότι η Γαλλία βρίσκεται μπροστά σε ακόμη μία έκρηξη της γνώριμης κοινωνικής της οργής. Η πραγματικότητα, όμως, είναι πιο σύνθετη. Η κρίση ξεκίνησε από υπαρκτά προβλήματα της δημόσιας εκπαίδευσης, απέκτησε γρήγορα κοινωνικό περιεχόμενο και εξελίχθηκε σε μια ευρύτερη πολιτική δοκιμασία για τη γαλλική κυβέρνηση.

Όσα συμβαίνουν δεν μπορούν να εξηγηθούν ούτε ως μια απλή μαθητική διαμαρτυρία ούτε ως ακόμη μία εξέγερση των μεταναστευτικών προαστίων. Πολύ περισσότερο, δεν υπάρχουν έως τώρα επαρκή στοιχεία που να επιτρέπουν την απόδοσή τους σε ισλαμιστικά δίκτυα ή σε μια οργανωμένη θρησκευτική ριζοσπαστικοποίηση. Η πιο πειστική εικόνα είναι διαφορετική: στον πυρήνα της κρίσης βρίσκονται κενά εκπαιδευτικών, προβλήματα στις σχολικές εγκαταστάσεις, εξαντλητικά ωράρια, δυσλειτουργίες στον επαγγελματικό και πανεπιστημιακό προσανατολισμό και ένα βαθύτερο αίσθημα των νέων ότι η φωνή τους δεν ακούγεται. Πάνω σε αυτή την πραγματική δυσαρέσκεια προστέθηκαν στη συνέχεια βίαιες ομάδες, η παραδοσιακή γαλλική κουλτούρα κοινωνικής σύγκρουσης και, αναπόφευκτα, η προσπάθεια πολιτικών δυνάμεων να αξιοποιήσουν το κίνημα προς όφελός τους.

Από τη σχολική δυσλειτουργία στην κοινωνική αμφισβήτηση

Η αφετηρία, επομένως, βρίσκεται μέσα στις ίδιες τις σχολικές αίθουσες. Οι πρώτες κινητοποιήσεις στην περιοχή του Παρισιού δεν οργανώθηκαν γύρω από κάποιο μεγάλο ιδεολογικό σύνθημα. Οι μαθητές και οι εκπαιδευτικοί μιλούσαν για καθηγητές που δεν αντικαθίστανται, υπερφορτωμένα προγράμματα, προβληματικές υποδομές και ανασφάλεια για το σύστημα πρόσβασης στην ανώτατη εκπαίδευση. Πρόκειται για προβλήματα που δεν είναι ούτε καινούργια ούτε περιθωριακά. Στη γαλλική δημόσια εκπαίδευση, ιδιαίτερα στις πιο επιβαρυμένες περιοχές, η έλλειψη προσωπικού έχει πάψει προ πολλού να αποτελεί μια έκτακτη δυσλειτουργία. Για σημαντικό αριθμό μαθητών είναι μέρος της σχολικής καθημερινότητας.

Το πρόβλημα, όμως, δεν σταματά εκεί. Η σχολική δυσαρέσκεια δεν αφορά πλέον μόνο το εάν θα γίνει ή όχι ένα μάθημα. Αφορά την αίσθηση ότι το σχολείο δεν εκπληρώνει επαρκώς την υπόσχεση κοινωνικής κινητικότητας πάνω στην οποία οικοδομήθηκε επί δεκαετίες το γαλλικό κοινωνικό μοντέλο. Ο μαθητής ενός λαϊκού προαστίου μπορεί να αντιλαμβάνεται την απουσία ενός καθηγητή, το υποβαθμισμένο σχολικό κτίριο ή την αβεβαιότητα για την εισαγωγή του στο πανεπιστήμιο όχι απλώς ως διοικητική δυσλειτουργία, αλλά ως ένδειξη ότι οι πιθανότητες που του προσφέρει το σύστημα δεν είναι ίδιες με εκείνες ενός μαθητή σε μια περισσότερο εύπορη περιοχή.

Ακριβώς σε αυτό το σημείο το εκπαιδευτικό πρόβλημα μετατρέπεται σε κοινωνικό. Η γαλλική Δημοκρατία έχει επενδύσει ιστορικά στο δημόσιο σχολείο ως έναν από τους βασικούς μηχανισμούς ισότητας. Όταν μεγάλα τμήματα της νεολαίας αρχίζουν να πιστεύουν ότι αυτή η ισότητα δεν λειτουργεί στην πράξη, η δυσλειτουργία ενός σχολείου αποκτά αναπόφευκτα πολιτική σημασία. Η αγωνία για τις σπουδές συνδέεται έτσι με την αγωνία για την εργασία, τη στέγαση, την κοινωνική άνοδο και, τελικά, για την ίδια τη θέση των νέων στη γαλλική κοινωνία.

Η βία αλλάζει τον χαρακτήρα της διαμαρτυρίας

Από εκεί και πέρα, όμως, η κρίση αποκτά μια δεύτερη και σαφώς πιο ανησυχητική διάσταση. Η σύνθεση των κινητοποιήσεων μεταβλήθηκε καθώς το κίνημα εξαπλωνόταν. Δίπλα στους μαθητές που απέκλειαν τα σχολεία τους ή συμμετείχαν σε ειρηνικές πορείες εμφανίστηκαν ομάδες νεαρών που επιδίωκαν ανοιχτά τη σύγκρουση. Εμπρησμοί, επιθέσεις σε αστυνομικούς, καταστροφές και μετακινήσεις ομάδων από σχολείο σε σχολείο δεν μπορούν να ενταχθούν απλώς στο πλαίσιο μιας συνηθισμένης μαθητικής κινητοποίησης.

Εδώ χρειάζεται μία κρίσιμη διάκριση. Ο μαθητής που διαμαρτύρεται για την έλλειψη καθηγητών και ο νεαρός που χρησιμοποιεί μια συγκέντρωση ως ευκαιρία για σύγκρουση με την αστυνομία δεν εκφράζουν κατ’ ανάγκην το ίδιο φαινόμενο, ακόμη και όταν βρίσκονται στον ίδιο δρόμο. Αυτή ακριβώς η συνύπαρξη διαφορετικών ομάδων και κινήτρων δημιουργεί τη μεγαλύτερη σύγχυση στη δημόσια συζήτηση, ιδίως επειδή αρκετά από τα πιο σοβαρά επεισόδια καταγράφονται σε λαϊκά προάστια με μεγάλο πληθυσμό μεταναστευτικής καταγωγής.

Η γεωγραφία αυτή ασφαλώς έχει σημασία. Σε τέτοιες περιοχές συναντώνται συχνότερα υψηλή ανεργία, κοινωνικές ανισότητες, αίσθημα αποκλεισμού και χρόνια ένταση με την αστυνομία. Αυτό εξηγεί γιατί ορισμένες από τις πιο βίαιες εκφάνσεις εμφανίζονται εκεί. Δεν αρκεί, όμως, για να μετατρέψει το σύνολο της κρίσης σε μεταναστευτικό ή θρησκευτικό φαινόμενο. Μέχρι στιγμής δεν έχουν παρουσιαστεί στοιχεία για ισλαμιστικά δίκτυα που οργανώνουν ή κατευθύνουν το μαθητικό κίνημα, ενώ τα αρχικά αιτήματα αφορούν τη λειτουργία των σχολείων, τη χρηματοδότηση, την καθημερινότητα των μαθητών και την προοπτική τους μετά το λύκειο.

Η ίδια ανάγκη διάκρισης ισχύει και για τον ρόλο της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Η Ανυπότακτη Γαλλία του Ζαν-Λικ Μελανσόν και οργανώσεις που κινούνται στον ίδιο πολιτικό χώρο έχουν επιχειρήσει εμφανώς να συνδεθούν με τη μαθητική δυσαρέσκεια και να της δώσουν ευρύτερο αντικυβερνητικό περιεχόμενο. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι δημιούργησαν την κρίση. Η σειρά των γεγονότων δείχνει περισσότερο ένα αυθόρμητο και αποκεντρωμένο κίνημα, πάνω στο οποίο επιχείρησαν στη συνέχεια να επενδύσουν οργανωμένες πολιτικές δυνάμεις.

Αυτή η διάκριση είναι ουσιώδης, διότι άλλο πράγμα είναι η πολιτική εκμετάλλευση μιας υπαρκτής δυσαρέσκειας και άλλο η κατασκευή της από ένα κόμμα. Η ίδια η μορφή των κινητοποιήσεων δείχνει ότι δεν υπάρχει ένα ενιαίο κέντρο που να ελέγχει τη δυναμική τους. Αιτήματα, συνθήματα και μορφές δράσης διαφέρουν από περιοχή σε περιοχή, ενώ τα κοινωνικά δίκτυα επιταχύνουν τη διάδοση των κινητοποιήσεων χωρίς να απαιτείται μια ενιαία ιεραρχία ή οργανωτική δομή.

Αυτό ακριβώς κάνει την κατάσταση δυσκολότερη να ελεγχθεί. Ένα συγκεντρωτικό κίνημα μπορεί να διαπραγματευθεί, να εκπροσωπηθεί και, υπό προϋποθέσεις, να αποκλιμακωθεί. Ένα διάχυτο κίνημα χωρίς σαφή ηγεσία μπορεί πολύ ευκολότερα να μετατραπεί σε πεδίο δράσης για ομάδες με εντελώς διαφορετικούς στόχους. Και όσο η σύγκρουση διευρύνεται, τόσο μεγαλώνει ο κίνδυνος η εκπαιδευτική κρίση να λειτουργήσει ως καταλύτης για τη συνένωση διαφορετικών κοινωνικών δυσαρεσκειών.

Ο κίνδυνος γενίκευσης της κοινωνικής δυσαρέσκειας

Αυτό είναι σήμερα το πραγματικό πολιτικό ρίσκο για τη Γαλλία. Στις μαθητικές κινητοποιήσεις έχουν ήδη προστεθεί εκπαιδευτικοί, γονείς, φοιτητές και συνδικάτα. Όσο περισσότερο η κρίση διαρκεί, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα να πάψει να αφορά αποκλειστικά τα σχολεία και να μετατραπεί σε γενικότερη αμφισβήτηση της κυβερνητικής πολιτικής.

Η γαλλική ιστορία προσφέρει άλλωστε αρκετά παραδείγματα τέτοιας μετάβασης. Από τις μεγάλες μαθητικές και φοιτητικές κινητοποιήσεις μέχρι τα «κίτρινα γιλέκα», ένα περιορισμένο αρχικά αίτημα μπορεί να αποκτήσει μέσα σε λίγες εβδομάδες εντελώς διαφορετικό πολιτικό βάρος. Αυτό συμβαίνει ευκολότερα σε μια κοινωνία όπου η διαδήλωση, η απεργία, ο αποκλεισμός και η κατάληψη του δημόσιου χώρου έχουν βαθιά ριζωθεί ως θεμιτά εργαλεία πολιτικής πίεσης.

Η παράδοση αυτή δεν σημαίνει ότι κάθε γαλλική κινητοποίηση οδηγεί στη βία. Σημαίνει, όμως, ότι η μετάβαση από την κοινωνική διαμαρτυρία στην ανοιχτή αντιπαράθεση είναι περισσότερο οικεία από ό,τι σε αρκετές άλλες ευρωπαϊκές κοινωνίες. Όταν σε αυτό το υπόβαθρο προστεθούν οι σημερινές κοινωνικές ανισότητες, η οργή των προαστίων και η δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς, το έδαφος γίνεται ακόμη πιο εύφλεκτο.

Η συγκυρία επιβαρύνει ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Η Γαλλία βρίσκεται αντιμέτωπη με υψηλό δημόσιο χρέος, επίμονα δημοσιονομικά ελλείμματα και ανάγκη περιορισμού των δαπανών. Την ίδια στιγμή, μαθητές και εκπαιδευτικοί ζητούν περισσότερους πόρους. Η αντίφαση είναι προφανής: η κοινωνία ζητά ισχυρότερο δημόσιο σχολείο την ώρα που το κράτος αναζητεί τρόπους να περιορίσει τις συνολικές δαπάνες του.

Αυτό είναι ίσως το βαθύτερο πολιτικό πρόβλημα της σημερινής κρίσης, διότι δεν υπάρχει μια εύκολη λύση που να ικανοποιεί και τις δύο πλευρές. Η κατάσταση δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ούτε μόνο με περισσότερη αστυνομία ούτε μόνο με γενικές υποσχέσεις περί διαλόγου. Η βία γύρω από τα σχολεία απαιτεί σαφή διάκριση από την ειρηνική διαμαρτυρία. Οι επιθέσεις σε εκπαιδευτικούς, οι εμπρησμοί, οι καταστροφές και οι επιθέσεις κατά αστυνομικών δεν αποτελούν μορφή εκπαιδευτικής διεκδίκησης και δεν μπορούν να σχετικοποιούνται επειδή τα κοινωνικά αιτήματα είναι δίκαια.

Την ίδια στιγμή, όμως, μια πολιτική που θα αντιμετώπιζε το σύνολο της κρίσης αποκλειστικά ως θέμα δημόσιας τάξης θα έχανε την ουσία. Οι παρεμβάσεις που έχουν ήδη τεθεί στο τραπέζι, όπως η ταχύτερη κάλυψη των κενών εκπαιδευτικών, η βελτίωση των σχολικών υποδομών, η επανεξέταση των εξαντλητικών σχολικών ωραρίων, η μεγαλύτερη διαφάνεια στο σύστημα εισαγωγής στην ανώτατη εκπαίδευση και η ουσιαστικότερη συμμετοχή των μαθητών στις αποφάσεις που αφορούν τη σχολική ζωή, κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση.

Η δύσκολη ισορροπία ανάμεσα στην τάξη και στις μεταρρυθμίσεις

Η σημασία αυτών των μέτρων δεν βρίσκεται μόνο στο πρακτικό τους αποτέλεσμα. Βρίσκεται και στο μήνυμα που στέλνουν. Ένα κράτος που απαιτεί από τους νέους να εμπιστευθούν τους θεσμούς του οφείλει προηγουμένως να αποδεικνύει ότι οι θεσμοί αυτοί μπορούν να λειτουργήσουν. Εάν ένας μαθητής χάνει για εβδομάδες μαθήματα επειδή ένας εκπαιδευτικός δεν αντικαθίσταται, εάν το σχολείο του βρίσκεται σε κακή κατάσταση και εάν δεν κατανοεί με ποια κριτήρια θα κριθεί το μέλλον του, η επίκληση της εμπιστοσύνης προς το κράτος χάνει μεγάλο μέρος της πειστικότητάς της.

Η σημερινή αναταραχή στη Γαλλία είναι επομένως πολύ πιο σύνθετη από τις εύκολες ερμηνείες που κυριαρχούν όταν οι εικόνες βίας καταλαμβάνουν την επικαιρότητα. Δεν πρόκειται για ισλαμιστική εξέγερση. Δεν πρόκειται όμως ούτε για μια απλή μαθητική διαμαρτυρία για περισσότερους καθηγητές.

Πρόκειται για τη συνάντηση πολλών διαφορετικών κρίσεων: της δημόσιας εκπαίδευσης, των κοινωνικών και γεωγραφικών ανισοτήτων, της αβεβαιότητας μιας νέας γενιάς για το μέλλον της, της δυσπιστίας απέναντι στην πολιτική και της ιδιαίτερα συγκρουσιακής γαλλικής παράδοσης κοινωνικής κινητοποίησης. Πάνω σε όλα αυτά έρχεται να προστεθεί η βία ενός μικρότερου αλλά ιδιαίτερα ορατού τμήματος των κινητοποιήσεων, η οποία απειλεί να αλλοιώσει το περιεχόμενο των αρχικών αιτημάτων και να μετατρέψει την κοινωνική διαμαρτυρία σε αντιπαράθεση γύρω από την ασφάλεια και τη δημόσια τάξη.

Η πρόκληση είναι επομένως διπλή. Το κράτος πρέπει να αποκαταστήσει την τάξη χωρίς να αντιμετωπίσει συλλήβδην ως ταραξίες όσους διαμαρτύρονται και ταυτόχρονα να διορθώσει πραγματικές αδυναμίες χωρίς να δημιουργήσει την εντύπωση ότι η βία αποτελεί αποτελεσματικό τρόπο άσκησης πολιτικής πίεσης.

Εκεί βρίσκεται και το πραγματικό διακύβευμα της κρίσης. Όχι μόνο στο εάν θα ανοίξουν ξανά τα λύκεια, αλλά στο εάν η γαλλική Δημοκρατία μπορεί να πείσει μια ολοένα πιο δύσπιστη γενιά ότι οι θεσμοί της παραμένουν ικανοί να ακούσουν, να διορθώσουν και τελικά να προσφέρουν πραγματικές δυνατότητες κοινωνικής προόδου.