Επιθέσεις σε σχολεία στην Τουρκία: Η βία που δεν ανήκει πουθενά
Οι σχολικές επιθέσεις στην Τουρκία και το αθέατο ρήγμα μιας υβριδικής κοινωνίας που ταλαντεύεται ανάμεσα σε παραδόσεις, ψηφιακές ταυτότητες και ματαιωμένες προσδοκίες
Η διπλή ένοπλη επίθεση σε σχολεία στην Τουρκία μέσα σε λιγότερο από δύο ημέρες προκάλεσε σοκ, όχι μόνο λόγω του αριθμού των θυμάτων αλλά και λόγω της ίδιας της μορφής της βίας. Το σοκ δεν αφορά απλώς την αγριότητα, αλλά τη μεταφορά ενός μοτίβου που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν γεωγραφικά και πολιτισμικά περιορισμένο. Η εικόνα ενός εφήβου που εισέρχεται σε σχολικό χώρο με όπλο και ανοίγει πυρ δεν εντάσσεται σε παραδοσιακές αφηγήσεις για την τουρκική κοινωνία. Και όμως, εμφανίστηκε με τρόπο σχεδόν αναγνωρίσιμο, σαν να ακολουθεί ένα ήδη γραμμένο σενάριο.
Η εύκολη εξήγηση θα ήταν να αναζητήσει κανείς την αιτία σε μια στιγμιαία έξαρση βίας ή σε μια ατομική ψυχολογική κατάρρευση. Μια τέτοια προσέγγιση, αν και δεν είναι άνευ σημασίας, παραμένει ανεπαρκής. Το φαινόμενο αποκτά νόημα όταν ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, όπου συναντώνται η ανδρική ταυτότητα, η ψηφιακή κουλτούρα και η ιδιαιτερότητα μιας κοινωνίας που λειτουργεί σε πολλαπλά πολιτισμικά επίπεδα ταυτόχρονα.
Η αρχιτεκτονική της σύγχρονης σχολικής βίας
Οι επιθέσεις αυτού του τύπου έχουν μια εσωτερική δομή που επαναλαμβάνεται. Δεν πρόκειται για τυχαία ξεσπάσματα, αλλά για πράξεις που φέρουν χαρακτηριστικά σχεδόν τελετουργικά. Ο δράστης επιλέγει έναν χώρο με υψηλό συμβολικό φορτίο, συχνά το ίδιο του το σχολείο, χρησιμοποιεί πυροβόλα όπλα, επιδιώκει τη μέγιστη δυνατή ορατότητα και, σε πολλές περιπτώσεις, καταλήγει στην αυτοκαταστροφή. Η πράξη δεν είναι απλώς βίαιη. Είναι και δηλωτική.
Αυτό το μοτίβο έχει καταγραφεί σε διαφορετικές χώρες και πολιτισμικά περιβάλλοντα, γεγονός που δείχνει ότι πρόκειται για ένα μεταφερόμενο σχήμα συμπεριφοράς. Η διάδοση του σχήματος αυτού δεν εξαρτάται από την τοπική κουλτούρα με την κλασική έννοια, αλλά από τη συμμετοχή σε ένα παγκόσμιο δίκτυο εικόνων, αφηγήσεων και αναφορών. Οι δράστες γνωρίζουν τι κάνουν, όχι μόνο πρακτικά αλλά και συμβολικά. Έχουν δει, έχουν διαβάσει, έχουν φανταστεί.
Η έννοια του μιμητισμού αποκτά εδώ ιδιαίτερη σημασία. Όταν ένα περιστατικό αποκτά δημοσιότητα, λειτουργεί ως πρότυπο για άλλους ευάλωτους νέους που αναζητούν έναν τρόπο να εκφράσουν τη δική τους κρίση. Η χρονική εγγύτητα των δύο επιθέσεων στην Τουρκία ενισχύει την υπόθεση ότι ενεργοποιήθηκε ένας τέτοιος μηχανισμός. Η πρώτη πράξη άνοιξε έναν νοητικό δρόμο, τον οποίο ένας δεύτερος δράστης ακολούθησε, προσαρμόζοντάς τον στη δική του πραγματικότητα.
Ωστόσο, η μίμηση δεν αρκεί για να εξηγήσει την επιλογή της βίας. Απαιτείται ένα υπόστρωμα, ένα σύνολο συνθηκών που καθιστούν την πράξη νοητή και, σε κάποιο βαθμό, ελκυστική για το άτομο που τη διαπράττει.
Ο ανδρισμός σε κρίση και η αναζήτηση ορατότητας ορισμένων νέων
Ένα από τα πιο σταθερά χαρακτηριστικά τέτοιων επιθέσεων είναι το φύλο των δραστών. Η συντριπτική πλειονότητα είναι άνδρες, συνήθως έφηβοι ή νεαροί ενήλικες. Το στοιχείο αυτό δεν μπορεί να αγνοηθεί, καθώς παραπέμπει σε μια βαθύτερη κρίση ταυτότητας.
Η σύγχρονη ανδρική ταυτότητα βρίσκεται σε μεταβατική φάση. Οι παραδοσιακές προσδοκίες, που συνέδεαν τον ανδρισμό με την επιτυχία, την ισχύ και την κοινωνική αναγνώριση, εξακολουθούν να υφίστανται, ιδιαίτερα σε κοινωνίες με ισχυρά πατριαρχικά κατάλοιπα. Ταυτόχρονα, οι πραγματικές δυνατότητες πολλών νέων ανδρών περιορίζονται, είτε λόγω οικονομικών συνθηκών είτε λόγω κοινωνικών μετασχηματισμών που αναδιαμορφώνουν τους ρόλους.
Η απόσταση ανάμεσα σε αυτό που “πρέπει” να είναι κανείς και σε αυτό που βιώνει ως πραγματικότητα δημιουργεί μια ένταση που δεν είναι εύκολο να διαχειριστεί. Η αποτυχία δεν βιώνεται απλώς ως προσωπική ήττα, αλλά ως πλήγμα στην ίδια την ταυτότητα. Η ντροπή, η οποία σε πολλές κουλτούρες παραμένει ένα ισχυρό συναίσθημα, μετατρέπεται συχνά σε θυμό. Ο θυμός αυτός, όταν δεν βρίσκει διέξοδο, μπορεί να στραφεί προς τα έξω με ακραίο τρόπο.
Στο σημείο αυτό παρεμβαίνει η ανάγκη για ορατότητα. Σε έναν κόσμο όπου η αναγνώριση φαίνεται να συνδέεται με τη δημοσιότητα, η βία μπορεί να λειτουργήσει ως ένας τρόπος να αποκτήσει κανείς παρουσία. Η πράξη δεν απευθύνεται μόνο στα θύματα, αλλά και σε ένα ευρύτερο κοινό, πραγματικό ή φαντασιακό. Ο δράστης επιδιώκει να καταγραφεί, να γίνει αντιληπτός, να αφήσει ένα ίχνος.
Οι ψηφιακές υποκουλτούρες ενισχύουν αυτή τη δυναμική. Σε ορισμένα διαδικτυακά περιβάλλοντα, όπου κυκλοφορούν αφηγήσεις μηδενισμού και μισανθρωπίας, η βία παρουσιάζεται ως μια μορφή απάντησης σε έναν κόσμο που θεωρείται εχθρικός ή αδιάφορος. Η αναφορά σε προηγούμενους δράστες, η ανάλυση των πράξεών τους και η άτυπη ηρωοποίησή τους δημιουργούν ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο η βία αποκτά νόημα.
Η τουρκική υβριδικότητα και το ρήγμα των ταυτοτήτων
Η Τουρκία προσφέρει ένα ιδιαίτερο πεδίο ανάλυσης, καθώς συνδυάζει στοιχεία που συχνά θεωρούνται αντιφατικά. Από τη μία πλευρά, διαθέτει ισχυρές παραδόσεις, θρησκευτικές και κοινωνικές, που δίνουν έμφαση στη συλλογικότητα, την οικογένεια και την τιμή. Από την άλλη, μεγάλα τμήματα της κοινωνίας είναι ενταγμένα σε μια παγκοσμιοποιημένη κουλτούρα, όπου κυριαρχούν διαφορετικά πρότυπα ζωής και επιτυχίας.
Αυτή η συνύπαρξη δεν είναι απαραίτητα αρμονική. Δημιουργεί ένα πεδίο έντασης, όπου οι νέοι καλούνται να διαχειριστούν αντικρουόμενες προσδοκίες. Μπορεί να μεγαλώνουν σε ένα περιβάλλον που προβάλλει συγκεκριμένους κανόνες συμπεριφοράς, ενώ ταυτόχρονα εκτίθενται σε εικόνες και αφηγήσεις που προτείνουν εναλλακτικά μοντέλα ζωής. Η αντίφαση αυτή δεν επιλύεται εύκολα, ιδίως όταν δεν υπάρχουν θεσμοί ή μηχανισμοί που να προσφέρουν τρόπους σύνθεσης.
Η ένταση γίνεται πιο έντονη όταν συνδυάζεται με κοινωνικές και οικονομικές πιέσεις. Η αίσθηση ότι οι δυνατότητες είναι περιορισμένες, σε συνδυασμό με την έκθεση σε πρότυπα επιτυχίας που φαίνονται απρόσιτα, ενισχύει το αίσθημα ματαίωσης. Σε αυτό το πλαίσιο, η ταυτότητα γίνεται εύθραυστη. Ο νέος δεν γνωρίζει με σαφήνεια ποιος είναι ή ποιος θα μπορούσε να γίνει.
Η σχολική επίθεση, ως μορφή βίας, εντάσσεται σε αυτή τη ρωγμή. Αποτελεί μια πράξη που αντλεί στοιχεία από διαφορετικά πολιτισμικά αποθέματα. Φέρει τη σφραγίδα ενός παγκοσμιοποιημένου σεναρίου, ενώ ταυτόχρονα εκφράζει εντάσεις που έχουν τοπικές ρίζες. Ο δράστης κινείται μέσα σε έναν χώρο όπου οι ταυτότητες δεν είναι σταθερές, αλλά διαπραγματεύσιμες και συχνά συγκρουσιακές.
Το γεγονός ότι τέτοιες επιθέσεις εμφανίζονται σε μια κοινωνία με ισχυρές συλλογικές αξίες αναδεικνύει ένα παράδοξο. Η πράξη είναι βαθιά ατομική, σχεδόν αυτάρκης, και ταυτόχρονα γεννιέται μέσα σε ένα περιβάλλον που δίνει έμφαση στο “εμείς”. Η αντίφαση αυτή δεν ακυρώνει την πράξη, αλλά την καθιστά ακόμη πιο δραματική.
Θα μπορούσε να συμβεί κάτι αντίστοιχο στην Ελλάδα;
Το ερώτημα που ανακύπτει σχεδόν αυτόματα είναι αν ένα τέτοιο φαινόμενο θα μπορούσε να εμφανιστεί και στην Ελλάδα. Η απάντηση απαιτεί προσοχή, διότι η εύκολη βεβαιότητα, είτε προς τη μία είτε προς την άλλη κατεύθυνση, οδηγεί σε λανθασμένα συμπεράσματα.
Η Ελλάδα διαθέτει ορισμένα χαρακτηριστικά που λειτουργούν ανασχετικά. Η πρόσβαση σε πυροβόλα όπλα είναι πιο περιορισμένη, ενώ το σχολείο, παρά τα προβλήματά του, εξακολουθεί να λειτουργεί ως χώρος σχετικά ισχυρών κοινωνικών δεσμών. Η οικογένεια, επίσης, παραμένει σημαντικός παράγοντας κοινωνικής ένταξης, προσφέροντας ένα δίκτυο στήριξης που σε πολλές περιπτώσεις απορροφά εντάσεις.
Ωστόσο, υπάρχουν και παράγοντες που δεν επιτρέπουν εφησυχασμό. Η ελληνική κοινωνία παρουσιάζει και αυτή στοιχεία υβριδικότητας, με νέους που κινούνται ανάμεσα σε παραδοσιακές προσδοκίες και σύγχρονες επιρροές. Η οικονομική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας άφησε πίσω της ένα αποτύπωμα ματαίωσης, ιδιαίτερα στους νέους άνδρες που βλέπουν τις προοπτικές τους να περιορίζονται.
Ταυτόχρονα, η διάχυση της ψηφιακής κουλτούρας είναι πλήρης. Ένας έφηβος στην Αθήνα ή στη Θεσσαλονίκη εκτίθεται στα ίδια περιεχόμενα με έναν συνομήλικό του σε οποιαδήποτε άλλη χώρα. Οι ίδιες υποκουλτούρες, τα ίδια αφηγήματα, οι ίδιες μορφές συμβολικής βίας είναι διαθέσιμες χωρίς ουσιαστικά εμπόδια.
Τα περιστατικά σχολικού εκφοβισμού, τα οποία έχουν απασχολήσει την ελληνική δημόσια συζήτηση τα τελευταία χρόνια, δείχνουν ότι το σχολείο δεν είναι ένας ουδέτερος χώρος. Οι εντάσεις υπάρχουν και, σε ορισμένες περιπτώσεις, παραμένουν αόρατες έως ότου εκδηλωθούν με πιο έντονο τρόπο.
Η πιθανότητα μιας μαζικής ένοπλης επίθεσης παραμένει χαμηλή, κυρίως λόγω των περιορισμών στην πρόσβαση σε όπλα και της διαφορετικής κοινωνικής δομής. Παρ’ όλα αυτά, οι προϋποθέσεις που σχετίζονται με την ταυτότητα, τη ματαίωση και τη μιμητική διάδοση προτύπων βίας δεν είναι απούσες. Αυτό σημαίνει ότι το φαινόμενο δεν μπορεί να θεωρηθεί εξωτερικό ή ξένο προς την ελληνική πραγματικότητα.
Η συζήτηση για τα αίτια τέτοιων φαινομένων συχνά καταλήγει σε απλουστεύσεις. Επικεντρώνεται είτε στην ψυχολογία του δράστη είτε σε ευρύτερες κοινωνικές συνθήκες, χωρίς να εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο τα διαφορετικά επίπεδα αλληλεπιδρούν. Η περίπτωση της Τουρκίας δείχνει ότι απαιτείται μια πιο σύνθετη προσέγγιση, η οποία να λαμβάνει υπόψη την υβριδικότητα των σύγχρονων κοινωνιών.
Η βία που εκδηλώνεται σε αυτές τις περιπτώσεις δεν μπορεί να αποδοθεί σε έναν μόνο παράγοντα. Προκύπτει από τη σύγκλιση πολλών στοιχείων, τα οποία ενισχύουν το ένα το άλλο. Η ατομική κρίση συναντά ένα πολιτισμικό περιβάλλον σε μετάβαση, ενώ η ψηφιακή κουλτούρα προσφέρει τα σενάρια μέσα από τα οποία η κρίση μπορεί να εκφραστεί.
Η κατανόηση αυτού του πλέγματος δεν οδηγεί σε εύκολες λύσεις. Ωστόσο, επιτρέπει μια πιο νηφάλια αποτίμηση του φαινομένου και αποτρέπει την αναζήτηση απλοϊκών ερμηνειών. Σε έναν κόσμο όπου οι πολιτισμικές επιρροές διασταυρώνονται συνεχώς, τα φαινόμενα βίας δεν μπορούν να αναλυθούν με όρους που ανήκουν αποκλειστικά σε μία παράδοση ή σε ένα σύστημα αξιών.
Η Τουρκία, ως κοινωνία που ισορροπεί ανάμεσα σε διαφορετικά πρότυπα, αναδεικνύει με έντονο τρόπο τις προκλήσεις αυτής της κατάστασης. Οι πρόσφατες επιθέσεις δεν αποτελούν απλώς ένα τραγικό γεγονός. Αποτελούν και ένα σύμπτωμα, το οποίο, αν διαβαστεί προσεκτικά, μπορεί να αποκαλύψει τις βαθύτερες εντάσεις μιας εποχής όπου οι ταυτότητες επαναπροσδιορίζονται με τρόπους που δεν είναι πάντα ορατοί, αλλά συχνά εκδηλώνονται με βίαιο τρόπο.