Δέκα χρόνια Brexit: Η νίκη που μοιάζει όλο και περισσότερο με ήττα
Δέκα χρόνια μετά, ίσως το σημαντικότερο συμπέρασμα είναι ότι το Brexit δεν έκλεισε τη συζήτηση για το μέλλον της Βρετανίας. Την άνοιξε.
Δέκα χρόνια συμπληρώνονται από το δημοψήφισμα που οδήγησε το Ηνωμένο Βασίλειο εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στις 23 Ιουνίου 2016, το 51,9% των Βρετανών επέλεξε να εγκαταλείψει το ευρωπαϊκό οικοδόμημα, σε μια από τις σημαντικότερες πολιτικές αποφάσεις της μεταπολεμικής ιστορίας της χώρας. Η καμπάνια του Brexit στηρίχθηκε σε τρεις βασικές υποσχέσεις: μεγαλύτερη εθνική κυριαρχία, καλύτερο έλεγχο των συνόρων και ισχυρότερη οικονομική προοπτική. Δέκα χρόνια αργότερα, η συζήτηση δεν αφορά πλέον το αν το Brexit θα συμβεί, αλλά το αν πέτυχε τους στόχους που έθεσε.
Στο οικονομικό πεδίο, η εικόνα παραμένει αντικείμενο έντονης αντιπαράθεσης. Οι υποστηρικτές του Brexit υποστηρίζουν ότι η χώρα απέκτησε μεγαλύτερη ευελιξία στη χάραξη εμπορικής πολιτικής και τη δυνατότητα σύναψης ανεξάρτητων συμφωνιών. Ωστόσο, η πλειονότητα των οικονομικών αναλύσεων καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η βρετανική οικονομία αναπτύχθηκε με χαμηλότερους ρυθμούς από εκείνους που αναμένονταν πριν από το δημοψήφισμα. Οι επενδύσεις παρέμειναν υποτονικές, ενώ η αύξηση των εμπορικών εμποδίων με την Ευρωπαϊκή Ένωση επηρέασε ιδιαίτερα τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τους εξαγωγικούς κλάδους.
Η πολιτική διάσταση είναι ίσως ακόμη πιο αποκαλυπτική. Το Brexit δεν υπήρξε απλώς μια πολιτική επιλογή. Αποτέλεσε μια βαθιά τομή στο βρετανικό πολιτικό σύστημα. Μέσα σε μία δεκαετία, η χώρα γνώρισε διαδοχικές κυβερνητικές κρίσεις, πέντε πρωθυπουργούς και πρωτοφανείς εσωτερικές συγκρούσεις στα δύο μεγάλα κόμματα εξουσίας. Η εικόνα της θεσμικής σταθερότητας, η οποία επί δεκαετίες αποτελούσε βασικό στοιχείο της βρετανικής ταυτότητας, δέχθηκε σοβαρό πλήγμα.
Ταυτόχρονα, η εμπιστοσύνη των πολιτών προς το πολιτικό σύστημα φαίνεται να βρίσκεται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Η αίσθηση ότι οι πολιτικές ελίτ αδυνατούν να δώσουν αποτελεσματικές απαντήσεις σε κρίσιμα ζητήματα – από το κόστος ζωής μέχρι το μεταναστευτικό – ενισχύει τη δυσπιστία απέναντι στους παραδοσιακούς πολιτικούς θεσμούς.
Ιδιαίτερο συμβολισμό έχει η εξέλιξη του μεταναστευτικού ζητήματος. Η υπόσχεση για «ανάκτηση του ελέγχου των συνόρων» αποτέλεσε ίσως το ισχυρότερο σύνθημα του Brexit. Ωστόσο, δέκα χρόνια αργότερα, η Βρετανία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις. Οι παράτυπες αφίξεις μέσω της Μάγχης έχουν εξελιχθεί σε μείζον πολιτικό πρόβλημα, ενώ οι συνολικές μεταναστευτικές ροές όχι μόνο δεν μειώθηκαν δραστικά, αλλά σε αρκετές περιπτώσεις κατέγραψαν ιστορικά υψηλά επίπεδα. Το γεγονός αυτό έχει τροφοδοτήσει την κριτική όσων θεωρούν ότι το Brexit απέτυχε να υλοποιήσει μία από τις πιο κεντρικές του δεσμεύσεις.
Σε διεθνές επίπεδο, το Ηνωμένο Βασίλειο εξακολουθεί να παραμένει μια σημαντική δύναμη. Διατηρεί τη θέση του ως μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, διαθέτει ισχυρές ένοπλες δυνάμεις και σημαντική διπλωματική επιρροή. Ωστόσο, είναι σαφές ότι η αποχώρηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση περιόρισε την ικανότητά του να επηρεάζει άμεσα τις αποφάσεις που λαμβάνονται στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, η Βρετανία καλείται να διαμορφώσει τις σχέσεις της με την Ευρώπη περισσότερο ως εξωτερικός εταίρος παρά ως συνδιαμορφωτής πολιτικών.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον αναδεικνύεται ένα ακόμη πολιτικό παράδοξο. Ο Nigel Farage, ο άνθρωπος που για χρόνια θεωρούνταν περιφερειακή και συχνά αμφιλεγόμενη πολιτική φιγούρα, βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο των εξελίξεων. Η άνοδος του Reform UK αποτυπώνει τη βαθιά δυσαρέσκεια σημαντικού μέρους της βρετανικής κοινωνίας απέναντι στα παραδοσιακά κόμματα. Ανεξάρτητα από το αν τελικά θα καταφέρει να φτάσει στην πρωθυπουργία, ο Farage έχει ήδη επιτύχει κάτι αξιοσημείωτο: να μετατρέψει ένα πολιτικό ρεύμα που κάποτε θεωρούνταν περιθωριακό σε βασικό παράγοντα του βρετανικού πολιτικού συστήματος.
Δέκα χρόνια μετά, ίσως το σημαντικότερο συμπέρασμα είναι ότι το Brexit δεν έκλεισε τη συζήτηση για το μέλλον της Βρετανίας. Την άνοιξε. Η χώρα παραμένει διχασμένη ως προς την αποτίμησή του, ενώ πολλές από τις υποσχέσεις και τις προσδοκίες του 2016 εξακολουθούν να αξιολογούνται υπό το βάρος της πραγματικότητας.
Το Brexit υπήρξε μια απόφαση που παρουσιάστηκε ως αφετηρία μιας νέας εθνικής πορείας. Δέκα χρόνια αργότερα, η Βρετανία εξακολουθεί να αναζητά την απάντηση στο ίδιο ερώτημα: αν το κόστος αυτής της επιλογής δικαιολογήθηκε από τα αποτελέσματά της. Και όσο η απάντηση παραμένει αμφιλεγόμενη, η συζήτηση για το Brexit θα συνεχίσει να καθορίζει τη βρετανική πολιτική ζωή για πολλά ακόμη χρόνια.