Άντι Μπέρναμ: Μπορεί ένας νέος πρωθυπουργός να ανατρέψει μια δεκαετία πολιτικής φθοράς στη Βρετανία;

Η αλλαγή ηγεσίας στους Εργατικούς γεννά ελπίδες, αλλά η πραγματική πρόκληση βρίσκεται βαθύτερα από τα πρόσωπα. Η χώρα εξακολουθεί να αναζητά ένα νέο πολιτικό και οικονομικό σημείο ισορροπίας, ύστερα από δέκα χρόνια συνεχών ανακατατάξεων.

Άντι Μπέρναμ: Μπορεί ένας νέος πρωθυπουργός να ανατρέψει μια δεκαετία πολιτικής φθοράς στη Βρετανία;
EPA/ADAM VAUGHAN

Η ανάδειξη του Άντι Μπέρναμ στην πρωθυπουργία του Ηνωμένου Βασιλείου αποτελεί μία από τις σημαντικότερες πολιτικές εξελίξεις των τελευταίων ετών για τη βρετανική πολιτική σκηνή. Η αποχώρηση του Κιρ Στάρμερ ύστερα από μια περίοδο συνεχών κρίσεων, εσωκομματικών πιέσεων και σοβαρής δημοσκοπικής υποχώρησης άνοιξε τον δρόμο για έναν πολιτικό που, αν και διατηρούσε υψηλή δημοφιλία ως δήμαρχος του Greater Manchester, βρισκόταν εκτός του κοινοβουλευτικού προσκηνίου μέχρι πριν από λίγες εβδομάδες. Η επιστροφή του στη Βουλή μέσω επαναληπτικής εκλογής και η άμεση ανάληψη της ηγεσίας των Εργατικών δημιούργησαν μια πρωτοφανή πολιτική μετάβαση, η οποία αποτυπώνει την αίσθηση του επείγοντος που επικρατούσε στο κυβερνών κόμμα.

Το ενδιαφέρον, ωστόσο, δεν περιορίζεται στον ίδιο τον Μπέρναμ. Το ουσιαστικό ερώτημα αφορά το κατά πόσο η αλλαγή ηγεσίας μπορεί να μεταβάλει την πορεία μιας χώρας που εξακολουθεί να αναζητά τη θέση της δέκα χρόνια μετά το δημοψήφισμα του Brexit. Η διαδοχή επτά πρωθυπουργών μέσα σε μία δεκαετία συνιστά ένα πολιτικό φαινόμενο που δύσκολα μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στις αδυναμίες συγκεκριμένων προσώπων. Αντίθετα, αναδεικνύει βαθύτερες μεταβολές στη λειτουργία του πολιτικού συστήματος, στις κοινωνικές προσδοκίες και στην ίδια τη σχέση των Βρετανών με την πολιτική εξουσία.

Η φθορά του Στάρμερ υπήρξε περισσότερο σύμπτωμα παρά αιτία

Η πρωθυπουργία του Κιρ Στάρμερ ξεκίνησε με την υπόσχεση της σταθερότητας. Έπειτα από τα ταραχώδη χρόνια των κυβερνήσεων Τζόνσον, Τρας και Σούνακ, μεγάλο μέρος της βρετανικής κοινωνίας επιθυμούσε μια περίοδο θεσμικής ηρεμίας και σοβαρής διαχείρισης. Ο Στάρμερ ανταποκρίθηκε αρχικά σε αυτή την ανάγκη, παρουσιάζοντας ένα προφίλ τεχνοκρατικής επάρκειας και πολιτικής μετριοπάθειας.

Στην πορεία, όμως, η εικόνα αυτή άρχισε να αποδυναμώνεται. Μια σειρά από αμφιλεγόμενες προσωπικές επιλογές, ζητήματα που αφορούσαν συνεργάτες του, κατηγορίες περί ευνοιοκρατίας και η εντύπωση ότι η κυβέρνηση αντιδρούσε περισσότερο στις εξελίξεις παρά τις διαμόρφωνε, υπονόμευσαν την αξιοπιστία του. Οι δημοσκοπήσεις κατέγραψαν σταδιακή απώλεια εμπιστοσύνης, ενώ η δημόσια συζήτηση μετατοπίστηκε από τις κυβερνητικές πολιτικές στην ίδια την ικανότητα της ηγεσίας να εμπνεύσει εμπιστοσύνη.

Η πολιτική φθορά του Στάρμερ, όσο σημαντική κι αν υπήρξε, δύσκολα εξηγεί από μόνη της την κρίση. Τα προβλήματα που αντιμετώπισε βρίσκονταν ήδη στο τραπέζι όταν ανέλαβε την εξουσία και παρέμεναν άλυτα επί σειρά κυβερνήσεων. Η χαμηλή ανάπτυξη, η πίεση στο Εθνικό Σύστημα Υγείας, η στεγαστική κρίση, οι μεγάλες περιφερειακές ανισότητες και οι συνέπειες της αποχώρησης από την Ευρωπαϊκή Ένωση διαμόρφωσαν ένα περιβάλλον ιδιαίτερα απαιτητικό για οποιονδήποτε πρωθυπουργό.

Η μεταβατική εποχή του Brexit παραμένει ανολοκλήρωτη και φαίνεται σε κάθε ευκαιρία

Το Brexit αποτέλεσε τη μεγαλύτερη πολιτική τομή στη σύγχρονη ιστορία του Ηνωμένου Βασιλείου. Το δημοψήφισμα του 2016 έδωσε μια σαφή απάντηση στο ερώτημα της παραμονής ή της αποχώρησης από την Ευρωπαϊκή Ένωση, χωρίς να επιλύσει το δυσκολότερο ζήτημα που ακολούθησε. Η χώρα εξακολουθεί να αναζητά το νέο μοντέλο ανάπτυξης, τον ρόλο της στη διεθνή σκηνή και μια σταθερή κοινωνική ισορροπία.

Η μεταβατική αυτή περίοδος έχει αποκτήσει χαρακτηριστικά μόνιμης πολιτικής κατάστασης. Κάθε νέα κυβέρνηση καλείται να διαχειριστεί τις ίδιες βασικές προκλήσεις, οι οποίες περιορίζουν τα περιθώρια άσκησης πολιτικής. Οι δημοσιονομικές δυνατότητες παραμένουν περιορισμένες, οι κοινωνικές απαιτήσεις αυξάνονται και οι προσδοκίες των πολιτών για άμεσες λύσεις ενισχύονται μέσα σε ένα περιβάλλον διαρκούς οικονομικής πίεσης.

Παράλληλα, το ίδιο το κομματικό σύστημα έχει μεταβληθεί. Ο παραδοσιακός δικομματισμός εμφανίζει σαφείς ρωγμές, καθώς νέα πολιτικά σχήματα διεκδικούν ολοένα μεγαλύτερο χώρο. Η Reform UK προσελκύει ψηφοφόρους που θεωρούν ότι το Brexit δεν απέδωσε τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Οι Φιλελεύθεροι Δημοκράτες διευρύνουν την επιρροή τους σε τμήματα της μεσαίας τάξης, ενώ τα εθνικά κόμματα στη Σκωτία και την Ουαλία συνεχίζουν να διατηρούν ισχυρή παρουσία. Το αποτέλεσμα είναι ένα πολιτικό τοπίο περισσότερο κατακερματισμένο από ό,τι στο παρελθόν, γεγονός που δυσκολεύει τη δημιουργία σταθερών κοινωνικών πλειοψηφιών.

Ο Μπέρναμ φέρνει μια διαφορετική πολιτική κουλτούρα

Ο Άντι Μπέρναμ εισέρχεται στην Ντάουνινγκ Στριτ με ένα σημαντικό πλεονέκτημα. Η πολυετής παρουσία του στην αυτοδιοίκηση του Greater Manchester του επέτρεψε να οικοδομήσει την εικόνα ενός πολιτικού που βρίσκεται κοντά στα καθημερινά προβλήματα των πολιτών. Η εμπειρία αυτή τον διαφοροποιεί από αρκετούς προκατόχους του, οι οποίοι είχαν διαμορφώσει την πολιτική τους διαδρομή σχεδόν αποκλειστικά μέσα στους διαδρόμους του Γουεστμίνστερ.

Η έμφαση που δίνει στην αποκέντρωση, στην ενίσχυση των περιφερειών, στις δημόσιες μεταφορές και στην αναβίωση της βιομηχανικής παραγωγής συνδέεται άμεσα με την εμπειρία του ως δημάρχου. Παράλληλα, επιδιώκει να αποκαταστήσει τη σχέση των Εργατικών με τις παραδοσιακές εργατικές περιοχές, όπου τα τελευταία χρόνια παρατηρήθηκε σημαντική μετακίνηση ψηφοφόρων προς άλλους πολιτικούς σχηματισμούς.

Η στρατηγική αυτή αποσκοπεί στη δημιουργία μιας ευρύτερης κοινωνικής συμμαχίας, η οποία θα περιλαμβάνει τους εργαζόμενους της περιφέρειας, τη μεσαία τάξη των μεγάλων πόλεων και τους νεότερους ψηφοφόρους. Πρόκειται για μια σύνθετη πολιτική εξίσωση, καθώς οι ομάδες αυτές εκφράζουν διαφορετικές προτεραιότητες σε ζητήματα όπως η οικονομία, η μετανάστευση, η κοινωνική πολιτική και η σχέση με την Ευρώπη.

Η ταχύτητα της διαδοχής δημιουργεί ερωτήματα πολιτικής νομιμοποίησης

Ο τρόπος με τον οποίο έφθασε ο Μπέρναμ στην πρωθυπουργία αποτελεί ίσως το πιο ευαίσθητο στοιχείο της νέας κυβέρνησης. Η ανάγκη επαναφοράς του στη Βουλή μέσω επαναληπτικής εκλογής, η απουσία ουσιαστικής εσωκομματικής αναμέτρησης και η ανάδειξή του χωρίς αντίπαλο δημιουργούν εύλογα ερωτήματα για το πολιτικό βάθος της διαδικασίας.

Βεβαίως, το βρετανικό κοινοβουλευτικό σύστημα επιτρέπει απολύτως μια τέτοια εξέλιξη. Ο πρωθυπουργός αντλεί τη νομιμοποίησή του από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία και όχι από άμεση λαϊκή εκλογή. Η συνταγματική νομιμότητα, ωστόσο, δεν ταυτίζεται πάντοτε με την πολιτική νομιμοποίηση, ιδιαίτερα όταν μια αλλαγή ηγεσίας πραγματοποιείται μέσα σε ιδιαίτερα σύντομο χρονικό διάστημα.

Η συγκεκριμένη διαδικασία ενδέχεται να ενισχύσει την εντύπωση ότι οι Εργατικοί επιδίωξαν πρωτίστως να περιορίσουν την πολιτική ζημία που προκαλούσε η παραμονή του Στάρμερ, επιλέγοντας μια λύση ταχείας εφαρμογής. Η εικόνα αυτή αποκτά μεγαλύτερη σημασία επειδή το ίδιο το κόμμα είχε ασκήσει έντονη κριτική στους Συντηρητικούς κατά τις αντίστοιχες αλλαγές πρωθυπουργών τα προηγούμενα χρόνια. Η επιτυχία του Μπέρναμ θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από το κατά πόσο θα καταφέρει να μετατρέψει αυτή την αρχική αδυναμία σε πολιτικό πλεονέκτημα. Εφόσον παρουσιάσει γρήγορα απτά αποτελέσματα στην οικονομία, στις δημόσιες υπηρεσίες και στην καθημερινότητα των πολιτών, η συζήτηση γύρω από τη διαδικασία ανάδειξής του θα υποχωρήσει σταδιακά. Εφόσον η κυβέρνηση παραμείνει εγκλωβισμένη στις ίδιες δυσκολίες, το ζήτημα της πολιτικής νομιμοποίησης θα επανέρχεται διαρκώς στο δημόσιο διάλογο.

Η πραγματική δοκιμασία αφορά το μέλλον του βρετανικού πολιτικού συστήματος

Η ιστορία των τελευταίων δέκα ετών δείχνει ότι η διαδοχική αλλαγή πρωθυπουργών δεν αρκεί για να μεταβάλει τη συνολική πορεία μιας χώρας. Οι Συντηρητικοί επιχείρησαν επανειλημμένα να ανανεώσουν την πολιτική τους δυναμική μέσω νέων ηγεσιών, χωρίς να ανακόψουν τη μακροπρόθεσμη φθορά τους. Οι Εργατικοί επιχειρούν σήμερα μια αντίστοιχη επανεκκίνηση, ελπίζοντας ότι ο Μπέρναμ θα προσδώσει νέα ώθηση στην κυβέρνηση.

Η επιτυχία του εγχειρήματος θα εξαρτηθεί από πολύ περισσότερα στοιχεία από την προσωπική δημοτικότητα του νέου πρωθυπουργού. Η κυβέρνηση χρειάζεται να διαμορφώσει ένα συνεκτικό σχέδιο για την οικονομία, να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη στις δημόσιες υπηρεσίες, να περιορίσει τις περιφερειακές ανισότητες και να διαμορφώσει μια πειστική στρατηγική για τη θέση της χώρας στη μετα Brexit εποχή.

Παράλληλα, καλείται να οικοδομήσει μια νέα πολιτική αφήγηση που θα απαντά στα ερωτήματα μιας κοινωνίας η οποία εμφανίζεται περισσότερο κατακερματισμένη από ποτέ. Η Βρετανία αναζητά μια νέα ισορροπία ανάμεσα στην οικονομική ανάπτυξη, στην κοινωνική συνοχή και στη διεθνή της παρουσία. Το έργο αυτό υπερβαίνει κατά πολύ τις δυνατότητες ενός μόνο πολιτικού προσώπου, όσο ισχυρό και αν είναι το προσωπικό του πολιτικό κεφάλαιο.

Ο Άντι Μπέρναμ αναλαμβάνει την πρωθυπουργία σε μια ιστορική συγκυρία κατά την οποία οι Βρετανοί δεν αξιολογούν απλώς την απόδοση μιας κυβέρνησης. Αναζητούν την αίσθηση ότι η χώρα αποκτά ξανά προσανατολισμό ύστερα από μια δεκαετία συνεχών ανατροπών. Εφόσον καταφέρει να δημιουργήσει αυτή την αίσθηση και να τη συνοδεύσει με μετρήσιμα αποτελέσματα, θα έχει τη δυνατότητα να μεταβάλει ουσιαστικά το πολιτικό τοπίο.

Την ίδια στιγμή, η υπόθεση Μπέρναμ υπενθυμίζει και κάτι ευρύτερο, το οποίο αφορά συνολικά τις σύγχρονες δημοκρατίες. Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται ολοένα συχνότερα η επιλογή των κομμάτων να επιταχύνουν τις διαδικασίες διαδοχής όταν μια κυβέρνηση εισέρχεται σε τροχιά φθοράς, με την προσδοκία ότι ένα νέο πρόσωπο θα ανανεώσει την εικόνα της εξουσίας και θα ανακτήσει την εμπιστοσύνη των ψηφοφόρων. Η πρακτική αυτή μπορεί να αποδειχθεί αποτελεσματική όταν συνοδεύεται από μια ολοκληρωμένη πολιτική στρατηγική, από σαφές σχέδιο διακυβέρνησης και από μια νέα κοινωνική συμφωνία, η οποία ανταποκρίνεται στις ανάγκες της εποχής.

Οι fast track διαδικασίες έχουν, ωστόσο, εγγενή όρια. Η ταχύτητα με την οποία αλλάζει μια ηγεσία δύσκολα μεταβάλλει από μόνη της τους οικονομικούς συσχετισμούς, τις κοινωνικές προσδοκίες ή τις δομικές αδυναμίες ενός πολιτικού συστήματος. Όσο μεγαλύτερη είναι η απόσταση ανάμεσα στην αλλαγή του προσώπου και στην αλλαγή της πολιτικής πραγματικότητας, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος η νέα ηγεσία να φθαρεί με ακόμη μεγαλύτερη ταχύτητα από την προηγούμενη.

Η εμπειρία πολλών χωρών κατά την τελευταία δεκαετία δείχνει ότι οι γρήγορες διαδοχές προσφέρουν χρόνο στα κόμματα, χωρίς να εγγυώνται πολιτική αναγέννηση. Η πραγματική αντοχή μιας κυβέρνησης εξακολουθεί να εξαρτάται από την ικανότητά της να διαμορφώνει μια πειστική αφήγηση για το μέλλον και να μετατρέπει αυτή την αφήγηση σε απτά αποτελέσματα, τα οποία αναγνωρίζει η κοινωνία στην καθημερινή της ζωή. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο θα κριθεί και ο Άντι Μπέρναμ, καθώς η επιτυχία του θα αποτελέσει δοκιμασία όχι μόνο για τους Εργατικούς, αλλά και για την ίδια τη λογική των ταχύτατων πολιτικών διαδοχών που χαρακτηρίζει ολοένα συχνότερα τις σύγχρονες κοινοβουλευτικές δημοκρατίες.

Αυτός ο επίλογος διευρύνει την ανάλυση από τη βρετανική περίπτωση προς ένα γενικότερο συμπέρασμα για τις σύγχρονες δημοκρατίες, διατηρώντας το ύφος και τη συλλογιστική του υπόλοιπου άρθρου.