Anna Unfiltered: Οι μοναχικές γιαγιάδες*
Την εβδομάδα που πέρασε ‘’γιορτάσαμε’’ την 1η Οκτωβρίου, γιατί είναι η μέρα που η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών όρισε το 1990 ως Παγκόσμια Ημέρα για την Τρίτη Ηλικία. Και την αμέσως επόμενη χρονιά, υιοθέτησε πέντε βασικές αρχές για τους ηλικιωμένους: την ανεξαρτησία, την ενεργό συμμετοχή, την εκπλήρωση των στόχων, τη φροντίδα και την αξιοπρέπεια. Έχεις σκεφτεί ποτέ, αναγνώστη μου, τι από όλα αυτά ισχύει; Αν και είναι μάλλον αδόκιμο να μετατρέψω το άρθρο γνώμης σε επιφυλλίδα, σήμερα θα μου επιτρέψεις να το κάνω και μάλιστα με μεγαλύτερο από το συνηθισμένο εύρος λέξεων. Να σου πω, λοιπόν, μια (αληθινή) ιστορία;
Δεν έχω κανέναν παππού και καμιά γιαγιά. Τους έχασα όλους. Σε διάστημα λίγων ετών ‘’ξέμεινα’’ από τους ανθρώπους, που μέχρι τότε είχα δεδομένους. Ο παππούς Γιάννης, που όταν ήταν δέκα χρονών έχασε το ένα μάτι του και το άλλο έμεινε μισότυφλο από υψηλό πυρετό, αλλά μέχρι να φύγει έβοσκε τις αγελάδες του. Η γιαγιά Άννα, που δεν πήγε σχολείο, αλλά έγραφε ποιήματα και διηγήματα σε όλη της τη ζωή, ακόμα κι αν αντιμετώπιζε προβλήματα με την καρδιά της από τα 40. Ο παππούς Αρίστος, που του άρεζαν πολύ τα ‘’γράμματα’’ και ήξερε να λέει το Λατινικό ‘’regina rosas amat’’ μεταφράζοντάς το με τα ίδια πάντα λόγια (η βασίλισσα τα ρόδα αγαπά), αλλά δε σπούδασε ποτέ του και έγινε οικοδόμος. Η γιαγιά Λεμονιά, που έχασε τον πατέρα της στο ‘’βουνό γιατί ήταν της Αντίστασης’’ και μεγάλωσε μέσα στη φτώχια και την ορφάνια, μαζί με τα άλλα τέσσερα αδέρφια της, που ήταν καπνεργάτρια και έλεγε ‘’εσείς δεν νιώσατε πείνα’’.
Οι δικοί μου άνθρωποι της Τρίτης Ηλικίας έφυγαν σχετικά νωρίς όλοι τους, από 73 ως 80 χρονών. Και μόνον όταν δεν υπήρχε πια κανείς να μου πει ένα παραμύθι, να με πάρει στην αγκαλιά του, να μου δώσει στα κρυφά χαρτζιλίκι, να με περιμένει στη στάση, όταν γυρνούσα βράδυ από το φροντιστήριο, να μου κάνει τηγανιτές πατάτες, πίτες και ρεβανί, να καμαρώνει όταν πήρα το πτυχίο μου και να με ακούει κάθε μέρα στο ραδιόφωνο, συνειδητοποίησα πόσο πολύ μου λείπουν. Άραγε, αν τους είχα σήμερα, τι θα έκανα εγώ γι’ αυτούς;
Έχω την αίσθηση, πως εμείς οι απλοί, καθημερινοί, κοσμικοί άνθρωποι αποφεύγουμε οτιδήποτε μας θυμίζει το αναπόφευκτο τέλος. Γι’ αυτό άλλωστε τρέμουμε τα γηρατειά και απομακρυνόμαστε (με χίλιες δύο γελοίες ως επί το πλείστον δικαιολογίες) από τους ανθρώπους, που τα εκπροσωπούν. Δεν έχουμε ποτέ χρόνο να τους δούμε, δεν μπαίνουμε στον κόπο να τους τηλεφωνήσουμε, βαριόμαστε, νευριάζουμε και τους μαλώνουμε πολλές φορές γιατί ξεχνάνε και όλο λένε τα ίδια και τα ίδια. Γιατί βλέπουμε ζωντανά, μπροστά μας πώς θα γίνουμε -αν έχουμε την τύχη να γεράσουμε- και δεν μας αρέσει καθόλου. Γιατί νομίζουμε, ότι θα ‘μαστε πάντα νέοι, δυνατοί, υγιείς, ωραίοι. Γιατί «τι ξέρουν τώρα αυτοί μωρέ από τη σημερινή ζωή»;
Ευτυχώς, ξέρουν από την παλιά ζωή, που μύριζε βασιλικό κι ασβέστη. Φρέσκο φουρνιστό ψωμί και ρυζόγαλο με κανέλα. Νερό στη σκάφη και πράσινο σαπούνι. Χωματόδρομο και βροχή. Ξέρουν από ‘κείνη τη ζωή, που η γειτονιά είχε τ’ απογεύματα καρέκλες έξω στις αυλές, να κάθονται να πίνουν καφέ οι γυναίκες, να δείχνουν τα τσιγγελάκια τους και να φωνάζουν τα παιδιά στα σοκάκια, που ‘παίζαν κρυφτό. Ξέρουν από ‘κείνη τη ζωή, που κάθε Τετάρτη και Παρασκευή είχε λαδερό, αλλά την Κυριακή κοτόπουλο με πατάτες στη μέση του τραπεζιού με όλη την οικογένεια γύρω γύρω. Ναι, εκείνη τη ζωή, που λαχταράς αλλά δεν θα (ξανα)έχεις ποτέ, γιατί χάθηκε κι αυτή μαζί με τους ανθρώπους της Τρίτης Ηλικίας.
Δεν ξέρω γιατί με φουρκίζουν τόσο πολύ αυτές οι δυο λέξεις, αλλά μα τω Θεώ, θα ‘θελα να μην υπήρχαν. Και μαζί να μην υπήρχε αυτή η 1η Οκτωβρίου, που κάθε χρόνο είναι κάτι σαν εθιμοτυπική υποχρέωση: να θυμάσαι, να τιμάς, να φροντίζεις τους παππούδες και τις γιαγιάδες. Δε θέλω την 1η του Οκτώβρη για να τα κάνω όλα αυτά, ακούς; Θέλω κάθε μέρα να τους αγαπώ, να τους αισθάνομαι, να τους βλέπω, να τους αγκαλιάζω, να τους φωνάζω ‘’παππουυυυυυυύ…γιαγιααααααά’’ και να ανοίγουν την πόρτα χαμογελώντας. Αυτό θέλω, αλλά δεν μπορώ να το έχω. Γιατί πια έχουν γίνει μια φωτογραφία μαρμάρινη.
Πόσο τυχερός είσαι, αναγνώστη μου, που τους έχεις ακόμα! Πόσο σε ζηλεύω! Εμπρός, τι κάθεσαι; Παρ’ τους τηλέφωνο, φώναξε εσύ για ‘μένα που δεν μπορώ. Πάνε να τους δεις και πες τους το σ’ αγαπώ, που λαχταρούν να ακούσουν με μια μεγάλη αγκαλιά. Κάν’ το τώρα, κι ας μην είναι 1η Οκτωβρίου. Κάν’ το κάθε μέρα …πριν γίνουν κι αυτοί μια φωτογραφία μαρμάρινη.
Στίχοι – μουσική: Ελένη Βιτάλη
Δίσκος «Το απέναντι μπαλκόνι» (1989)