Ανάμεσα στην ουδετερότητα και την ευθύνη της ισχύος

Γιατί η ελληνική στρατιωτική εμπλοκή στην κρίση με το Ιράν, με επίκεντρο την ασφάλεια της Κύπρου και τη δυτική συμμαχία, αποτελεί στρατηγική επιλογή με βάθος

Ανάμεσα στην ουδετερότητα και την ευθύνη της ισχύος
POOL/ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ/EUROKINISSI

Η συζήτηση για το αν η Ελλάδα οφείλει να εμπλακεί ενεργά, στρατιωτικά και πολιτικά, στο πλευρό του Ισραήλ, των Ηνωμένων Πολιτειών και της Δύσης στην κλιμακούμενη κρίση με το Ιράν δεν είναι ούτε απλή ούτε μονοδιάστατη. Αγγίζει ζητήματα αποτροπής, διεθνούς αξιοπιστίας, ελληνοτουρκικής ισορροπίας, ενεργειακής ασφάλειας, ναυτιλιακών συμφερόντων και, πλέον, άμεσα την ασφάλεια της Κύπρου μετά την ιρανική επίθεση στις βρετανικές βάσεις στο νησί. Εάν επιχειρήσει κανείς να παρακολουθήσει το σύνολο αυτών των παραμέτρων, διαπιστώνει ότι η επιλογή της ενεργού εμπλοκής δεν προκύπτει από παρορμητισμό, αλλά από μια συνεκτική στρατηγική λογική.

Η αφετηρία της συζήτησης ήταν το ερώτημα πόσο κινδυνεύει η Κύπρος από τις πυραυλικές επιθέσεις του Ιράν και των συμμάχων του. Η απάντηση δεν περιορίζεται σε μια ποσοτική εκτίμηση απειλής. Η ίδια η ιρανική επίθεση εναντίον βρετανικών βάσεων στο νησί απέδειξε ότι η Κύπρος έχει ήδη εισέλθει στο πεδίο της σύγκρουσης. Όταν στρατιωτικές εγκαταστάσεις δυτικής δύναμης πλήττονται σε ευρωπαϊκό έδαφος, η ασφάλεια παύει να είναι αφηρημένη έννοια. Μετατρέπεται σε άμεση πρόκληση για τη συνοχή της δυτικής παρουσίας στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η Ελλάδα, λόγω ιστορικής και στρατηγικής σχέσης με την Κυπριακή Δημοκρατία, δεν μπορεί να αντιμετωπίσει την επίθεση αυτή ως υπόθεση τρίτων. Η σταθερότητα της Κύπρου συνδέεται με την ευρύτερη ισορροπία ισχύος στον ελληνικό χώρο. Η ενίσχυση της αποτρεπτικής διάταξης γύρω από το νησί, είτε μέσω ναυτικών μονάδων είτε μέσω αεροπορικής παρουσίας, αποστέλλει μήνυμα ότι ο ελλαδικός και ο κυπριακός χώρος δεν αντιμετωπίζονται αποσπασματικά. Σε ένα περιβάλλον όπου οι γεωπολιτικές ζώνες αλληλεπικαλύπτονται, η απουσία ελληνικής συνδρομής θα δημιουργούσε ερωτήματα ως προς τη βούληση και τη στρατηγική συνέπεια της Αθήνας.

Στη συνέχεια της συζήτησης τέθηκε το ερώτημα αν η Ελλάδα θα μπορούσε να υιοθετήσει μια ουδέτερη στάση, όπως υποστηρίζουν δυνάμεις της Αριστεράς. Η ιδέα της ουδετερότητας φέρει μια ελκυστικότητα σε περιόδους κλιμάκωσης, διότι υπόσχεται μείωση ρίσκου μέσω απόστασης. Ωστόσο, η Ελλάδα είναι ενταγμένη σε θεσμικά και στρατηγικά πλαίσια που δεν επιτρέπουν απλή αποσύνδεση. Η συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο ΝΑΤΟ, οι διμερείς αμυντικές συμφωνίες και η εμβάθυνση της συνεργασίας με το Ισραήλ διαμορφώνουν ένα περιβάλλον στο οποίο η ουδετερότητα θα ισοδυναμούσε με ριζική αναθεώρηση της στρατηγικής ταυτότητας της χώρας.

Το κρίσιμο ζήτημα δεν αφορά μόνο τη θεσμική διάσταση. Αφορά την αποτροπή. Η Ελλάδα αντιμετωπίζει διαχρονικό ανταγωνισμό με την Τουρκία, η οποία παρακολουθεί προσεκτικά κάθε ένδειξη διαφοροποίησης της ελληνικής στάσης. Σε μια περίοδο γενικευμένης ρευστότητας στη Μέση Ανατολή, η σαφής τοποθέτηση της Αθήνας στο δυτικό στρατόπεδο ενισχύει την αντίληψη ότι διαθέτει ισχυρές συμμαχικές ερείσματα. Η αποτροπή λειτουργεί σωρευτικά και η αξιοπιστία σε μια κρίση δημιουργεί προσδοκία στήριξης σε επόμενες.

Η ενεργή εμπλοκή στο πλευρό του Ισραήλ και των Ηνωμένων Πολιτειών δεν εξαντλείται στην πολιτική δήλωση αλληλεγγύης. Περιλαμβάνει πρακτικές συνεισφορές, όπως η συμμετοχή σε αποστολές προστασίας θαλάσσιων οδών ή η ενίσχυση της περιφερειακής επιτήρησης. Η Ελλάδα, ως ναυτιλιακή δύναμη με σημαντική παρουσία στον Περσικό Κόλπο και στην Ερυθρά Θάλασσα, έχει άμεσο συμφέρον να διασφαλιστεί η ελευθερία της ναυσιπλοΐας. Η αστάθεια στα Στενά του Ορμούζ επηρεάζει το κόστος μεταφοράς, τα ασφάλιστρα και τελικά την ελληνική οικονομία. Η συμβολή στην προστασία των θαλάσσιων γραμμών αποτελεί υπεράσπιση εθνικών συμφερόντων.

Η συζήτηση για τη γαλλική πυρηνική αποτροπή και την ευρωπαϊκή διάσταση ασφάλειας προσέθεσε ένα ακόμη επίπεδο ανάλυσης. Η Ελλάδα βρίσκεται εντός ενός ευρύτερου αποτρεπτικού πλαισίου, το οποίο ενισχύεται από τις διμερείς και πολυμερείς δεσμεύσεις. Η ενεργή συμμετοχή σε κρίσιμες συγκυρίες ενδυναμώνει αυτή τη θέση. Όταν μια χώρα αναλαμβάνει βάρος στη συλλογική ασφάλεια, αυξάνει τη διαπραγματευτική της ισχύ σε ζητήματα που αφορούν άμεσα την εθνική της άμυνα.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η επιχειρησιακή διάσταση της εμπλοκής. Η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια επενδύει σε εκσυγχρονισμό των ενόπλων δυνάμεων, με νέα μαχητικά αεροσκάφη, αναβαθμισμένα αντιαεροπορικά συστήματα και σύγχρονες ναυτικές πλατφόρμες. Η συμμετοχή σε περιβάλλοντα όπου υπάρχουν πραγματικές απειλές, ηλεκτρονικές παρεμβολές και σύνθετα σενάρια εμπλοκής επιτρέπει τη δοκιμή των νέων οπλικών συστημάτων σε συνθήκες που καμία άσκηση δεν μπορεί να προσομοιώσει πλήρως. Η απόκτηση εμπειρίας από πραγματικές επιχειρησιακές προκλήσεις ενισχύει τη μελλοντική αποτρεπτική ικανότητα της χώρας.

Η δοκιμή νέων όπλων και αισθητήρων σε συνθήκες αυξημένης έντασης παρέχει δεδομένα για την απόδοση, την ανθεκτικότητα και τη διαλειτουργικότητα. Τα συμπεράσματα που προκύπτουν επιστρέφουν στον σχεδιασμό άμυνας, βελτιώνοντας τακτικές και διαδικασίες. Σε μια εποχή όπου οι συγκρούσεις χαρακτηρίζονται από χρήση μη επανδρωμένων συστημάτων, πυραύλων ακριβείας και κυβερνοεπιθέσεων, η επιχειρησιακή γνώση αποτελεί κρίσιμο πλεονέκτημα.

Η ενεργή εμπλοκή συνεπάγεται, βεβαίως, ρίσκο. Κυβερνοαπειλές, υβριδικές πιέσεις και οικονομικές επιβαρύνσεις είναι παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη. Ωστόσο, η αποχή από τη διαχείριση της κρίσης δεν εξαλείφει αυτούς τους κινδύνους. Η Ελλάδα, ως μέλος της δυτικής κοινότητας, επηρεάζεται από τις εξελίξεις ανεξαρτήτως στάσης. Η διαφορά έγκειται στο αν θα διαθέτει λόγο στη διαμόρφωση των αποφάσεων ή αν θα περιορίζεται σε εκ των υστέρων προσαρμογή.

Εάν παρακολουθήσει κανείς τη συνολική πορεία της συζήτησής μας, διακρίνει ότι το ζήτημα δεν αφορά μια διχοτομική επιλογή ανάμεσα σε εμπλοκή και ουδετερότητα. Αφορά το πώς μια χώρα με συγκεκριμένες δεσμεύσεις, γεωγραφική έκθεση και στρατηγικά συμφέροντα τοποθετείται σε μια κρίση που αγγίζει την περιφέρειά της. Η προστασία της Κύπρου μετά την ιρανική επίθεση στις βρετανικές βάσεις, η διασφάλιση των θαλάσσιων οδών, η ενίσχυση της συμμαχικής αξιοπιστίας και η επιχειρησιακή αναβάθμιση των ενόπλων δυνάμεων συνθέτουν ένα συνεκτικό επιχείρημα υπέρ της ενεργού συμμετοχής.

Η Ελλάδα, επιλέγοντας να συμβάλει στρατιωτικά στο πλευρό του Ισραήλ, των Ηνωμένων Πολιτειών και της Δύσης, δεν επιδιώκει την κλιμάκωση. Επιδιώκει τη διαμόρφωση ενός περιβάλλοντος στο οποίο η σταθερότητα της Ανατολικής Μεσογείου και η ασφάλεια της Κύπρου θα στηρίζονται σε ισχυρή αποτροπή και σαφείς συμμαχικές δεσμεύσεις. Σε μια εποχή όπου οι περιφερειακές κρίσεις αποκτούν γρήγορα διεθνή διάσταση, η ανάληψη ευθύνης, όταν είναι προσεκτικά σχεδιασμένη και πολιτικά ελεγχόμενη, συνιστά επένδυση στρατηγικής αξιοπιστίας με μακροπρόθεσμο όφελος.