«Φωτιά» οι τιμές στις λαϊκές αγορές – Πόσο στοιχίζουν φρούτα και λαχανικά (ΦΩΤΟ)
Την ανιούσα έχουν πάρει και οι τιμές των προϊόντων που συναντά κανείς στους πάγκους των λαϊκών αγορών.
Την ανιούσα έχουν πάρει και οι τιμές των προϊόντων που συναντά κανείς στους πάγκους των λαϊκών αγορών της Θεσσαλονίκης.
Μολονότι, οι λαϊκές αγορές αποτελούσαν ανέκαθεν την πιο οικονομική λύση για τον εφοδιασμό ενός νοικοκυριού με τα αναγκαία τρόφιμα -και όχι μόνο-, η υπάρχουσα κατάσταση των συνεχών ανατιμήσεων φαίνεται να συμπαρασύρει στο διάβα της και το συγκεκριμένο τρόπο διάθεσης των προϊόντων.

Το TheOpinion βρέθηκε στη λαϊκή αγορά, που λαμβάνει χώρα εβδομαδιαίως στην οδό Κλεάνθους στην περιοχή της Τούμπας και συνομίλησε με εμπόρους – παραγωγούς και καταναλωτές, διαπιστώνοντας ιδίοις όμμασι τις επικρατούσες συνθήκες αγοράς.
Μπάμιες με 5 ευρώ – Φασολάκια και σπανάκι με 3 ευρώ το κιλό
Σύμφωνα με τον έμπορο, Μπάμπη Γρηγοριάδη, που διατηρεί πάγκο στην εν λόγω λαϊκή, «οι τιμές επηρεάζονται από ένα βασικό νόμο. Αυτόν της προσφοράς και της ζήτησης. Όταν υπάρχει ελλειμματική αγορά, ισχύει ο νόμος της αγοράς. Καθορίζεται ανάλογα και από την ποσότητα που θα μπει στην αγορά. Η γενική τάση είναι ανοδική και αλλάζει βδομάδα με τη βδομάδα».

Όπως αναφέρει, τα φασολάκια τα αγοράζει από τη λαχαναγορά -μαζί με τον ΦΠΑ- 1.80 ευρώ το κιλό και τα διαθέτει στους καταναλωτές 2.50 ευρώ το κιλό. Το ίδιο ισχύει και για τα υπόλοιπα εποχιακά φρούτα και λαχανικά.
Για παράδειγμα, τα σταφύλια -σουλτανίνα και μοσχάτο- κοστίζουν από 2 έως 2.5 ευρώ το κιλό, ενώ τα αχλάδια και τα νεκταρίνια τιμολογούνται σταθερά στο 1 ευρώ το κιλό. Τα λεμόνια, με τη σειρά τους, έχουν γίνει ακόμη πιο… ξινά, με την τιμή τους να κυμαίνεται στο 1.70 ευρώ το κιλό.

Τα φασολάκια -όπως προαναφέρθηκε- κυμαίνονται, στην καλύτερη περίπτωση, στα 2.5 ευρώ αλλά μπορεί να φτάσουν ακόμη και στα 4 ευρώ το κιλό.

Το ίδιο και οι μπάμιες, το σπανάκι και τα καρότα, στα οποία η τιμή τους φτάνει στα 5, 3 και 2 ευρώ το κιλό, αντίστοιχα.
Σταθερές έχουν γίνει, πλέον, οι τιμές της πατάτας, της ντομάτας και της πιπεριάς, με το κόστος αγοράς τους να είναι από 0.90 έως και 1.30 ευρώ το κιλό.

«Έχουν ακριβύνει τα πάντα – Δεν μπορούμε να βγάλουμε καλό μεροκάματο»
Στη συνέχεια, ο κ. Γρηγοριάδης, πρόσθεσε, ότι, «είμαι 51 ετών και έχω 34 χρόνια σε αυτή τη δουλειά. Πλέον, έχουν ακριβύνει τα πάντα. Φανταστείτε ότι αυτήν την εβδομάδα οι τιμές είναι και σε ύφεση. Κατά κύριο λόγο φταίνε οι καιρικές συνθήκες. Πρώτα είχαμε βροχές, μετά ακολούθησε καύσωνας και μετά ξανά βροχές. Αυξήθηκε η βάση παραγωγής των προϊόντων μας. Δηλαδή, το κόστος παραγωγής. Δεν μπορούμε να βγάλουμε καλό μεροκάματο”, ενώ σχετικά με τις μεγάλες καταστροφές στις περιοχές της Θεσσαλίας από την κακοκαιρία Daniel, τόνισε, πως, “αυτό επηρεάζει, μέχρι στιγμής, περισσότερο τις περιοχές της Αθήνας και λιγότερο τις δικές μας στη βόρεια Ελλάδα. Διότι εμείς τα προϊόντα μας τα παίρνουμε κυρίως από τη Βέροια και τη Γιαννιτσά».

«Ντροπή είναι αυτή η κατάσταση – Ψωνίζουμε πλέον μόνο τα βασικά αγαθά»
Από την πλευρά του, ένας συνταξιούχος εκπαιδευτικός, που πήγε στη λαϊκή για να ψωνίσει μόνο τα προϊόντα που του είναι απαραίτητα, δήλωσε αγανακτισμένος, «έχουν εκτοξευθεί τα πάντα. Ένας μονόμισθος δεν μπορεί να ζήσει. Αν καταλάθος έχει και παιδί τότε είναι που δε βγαίνει καθόλου. Και για τους εμπόρους και για τους καταναλωτές είναι ό,τι χειρότερο. Είμαι συνταξιούχος εκπαιδευτικός. Η μοναχοκόρη μου είναι δασκάλα, κάτω στην Αθήνα, και φανταστείτε της δίνω για το ενοίκιό της. Δεν της φτάνουν ακόμη και μετά από τόσους διορισμούς. Δεν μπορεί να σκέφτεται πλέον η νεολαία για να πάει να πιει έναν καφέ. Ντροπή είναι αυτή η κατάσταση. Ψωνίζουμε πλέον μόνο τα βασικά αγαθά».

«Οι αυξήσεις στην ενέργεια, στα τρόφιμα, σε όλα, μας έχουν γονατίσει»
Η Κατερίνα, υπάλληλος γραφείου σε ιδιωτική εταιρεία, επισήμανε και αυτή, πως, «οι τιμές έχουν φτάσει στα ύψη. Ένα νοικοκυριό με δύο βασικούς μισθούς, πλέον αγοράζει μόνο τα πολύ αναγκαία. Οι αυξήσεις στην ενέργεια, στα τρόφιμα, σε όλα, μας έχουν γονατίσει. Πώς μπορεί ένα ζευγάρι, όπως είμαστε με τον αρραβωνιαστικό μου, όταν μετά βίας, πλέον, τα βγάζει πέρα, να κάνει παιδί; Πώς θα το μεγαλώσει; Όλη αυτή η κατάσταση οδηγεί στην υπογεννητικότητα και στη μετανάστευση. Είχα ευκαιρία πριν δέκα χρόνια να φύγω στο εξωτερικό, και συγκεκριμένα στην Αγγλία, δεν το έκανα, γιατί φοβόμουν και τώρα το μετανιώνω.»


