Πέρασε η επιστολική ψήφος από τη Βουλή – Έρχεται το 18μηνο που αλλάζει τους συσχετισμούς
Εξασφαλίζοντας τη μέγιστη δυνατή συναίνεση η κυβέρνηση έκλεισε στη Βουλή το κεφάλαιο της επιστολικής ψήφου για τους Έλληνες του εξωτερικού. Έδειξε, παράλληλα, την πρόθεσή της να συνεργαστεί, δίνοντας μια πρώτη γεύση για το τι πρόκειται να ακολουθήσει.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης άκουσε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τις παρατηρήσεις του προέδρου του ΠΑΣΟΚ, Νίκου Ανδρουλάκη κι έδωσε αναλυτική απάντηση σε αυτές. Ήταν η δεύτερη πράξη μιας παράστασης συνεννόησης που άρχισε μια μέρα νωρίτερα, με την συνάντηση των δύο πολιτικών αρχηγών και την κατ’ ιδίαν συζήτησή τους για το θέμα της Μέσης Ανατολής και της στήριξης της Κύπρου. Μια συνάντηση που δεν ξεπέρασε τα στεγανά τα οποία είχαν τοποθετηθεί και από τις δύο πλευρές, αποδεικνύοντας και τη σημασία της και τη δυνατότητα που έχουν, τελικά, Μητσοτάκης και Ανδρουλάκης, να συνεννοούνται σε κρίσιμα θέματα.
Το ίδιο έγινε κι εχθές στη Βουλή. Έτσι, από τις επόμενες εθνικές εκλογές, όλοι όσοι είναι εγγεγραμμένοι στους εκλογικούς καταλόγους και διαμένουν εκτός ελληνικής επικράτειας θα μπορούν να ασκούν το εκλογικό τους δικαίωμα εξ αποστάσεως, χωρίς η συμμετοχή στην κάλπη να προϋποθέτει ταξίδια, κόστος και πρακτικά εμπόδια.
Το νομοσχέδιο του υπουργείου Εσωτερικών «Ορισμός εκλογικής περιφέρειας Απόδημου Ελληνισμού – Διευκόλυνση άσκησης εκλογικού δικαιώματος εκλογέων εκτός επικράτειας μέσω επιστολικής ψήφου για τις βουλευτικές εκλογές» ψηφίστηκε χθες κατά πλειοψηφία. Ειδικά οι ρυθμίσεις που αφορούν τη δυνατότητα επιστολικής ψήφου για τους εκλογείς που βρίσκονται στο εξωτερικό συγκέντρωσαν πάνω από 200 θετικές ψήφους, εξασφαλίζοντας ότι το νέο σύστημα θα εφαρμοστεί στις προσεχείς εθνικές κάλπες.
Η ψηφοφορία, ωστόσο, ανέδειξε τόσο τα αντανακλαστικά της συναίνεσης όσο και τα όρια της πολιτικής σύγκρουσης. Η ουσιαστική τριβή δεν εντοπίστηκε στο σκέλος της επιστολικής ψήφου, αλλά στο δεύτερο μέρος του νομοσχεδίου: Τη θεσμοθέτηση ειδικής τριεδρικής εκλογικής περιφέρειας αποδήμων. Οι σχετικές διατάξεις δεν συγκέντρωσαν την αυξημένη πλειοψηφία των 2/3 που απαιτείται, με αποτέλεσμα να μην τεθούν σε ισχύ στις επόμενες εκλογές (ούτε σε ενδεχόμενες επαναληπτικές), αλλά να μεταφερθούν χρονικά για την εκλογική αναμέτρηση του 2031.
Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα απέκτησε η παρέμβαση του πρωθυπουργού. Στη δευτερολογία του, ο Κυριάκος Μητσοτάκης χαρακτήρισε «εύλογο» τον προβληματισμό του προέδρου του ΠΑΣΟΚ, Νίκου Ανδρουλάκη, για το ενδεχόμενο διαφορετικών τρόπων εκλογής σε περίπτωση διπλών εκλογών. Και εξήγησε πως γι’ αυτό ζήτησε από τον Υπουργό Εσωτερικών να ενσωματωθεί ρύθμιση ώστε το νέο σύστημα να τίθεται σε πλήρη εφαρμογή 18 μήνες μετά την επόμενη εκλογική αναμέτρηση, προκειμένου να αποτραπεί το σενάριο «δύο ταχυτήτων» σε απανωτές κάλπες, εφόσον αυτές χρειαστούν
Πώς φθάσαμε στην επιστολική ψήφο
Από το βήμα της Βουλής, ο πρωθυπουργός περιέγραψε το νομοθέτημα ως «ιστορικό βήμα» για την ισότιμη συμμετοχή των Ελλήνων του εξωτερικού στα κοινά. Στη λογική της κυβερνητικής επιχειρηματολογίας, η συμμετοχή των αποδήμων δεν είναι απλώς μια τεχνική διευκόλυνση, αλλά ένας «κρίκος» συνοχής, ισχύος και θεσμικής συνέχειας του Ελληνισμού. Γι’ αυτό και επέμεινε να μην μετατεθεί η κοινοβουλευτική συζήτηση για να δοθεί –όπως υποστηρίζεται– μια καθαρή απάντηση στο θεμελιώδες ερώτημα αν ο πολίτης που ζει και εργάζεται μακριά από την πατρίδα μπορεί να ψηφίζει χωρίς να μετατρέπει το δικαίωμα σε άθλο.
Για την κυβέρνηση, το νομοσχέδιο παρουσιάζεται ως επέκταση της εμβέλειας της δημοκρατίας και ένα πλαίσιο που αποδίδει τα ίδια δικαιώματα σε όλους τους Έλληνες, ανεξαρτήτως τόπου κατοικίας, στηριγμένο στην αρχή της ισοδυναμίας της ψήφου.
Στο κυβερνητικό αφήγημα, η σημερινή επιλογή αποτελεί συνέχεια μιας διαδρομής που δεν ξεκινά τώρα. Το 2019, προκειμένου να εξασφαλιστούν οι 200 ψήφοι που απαιτούσε το Σύνταγμα, υιοθετήθηκαν –όπως υπενθυμίζουν κυβερνητικά στελέχη– σημαντικοί περιορισμοί, οι οποίοι στην πράξη λειτούργησαν αποτρεπτικά. Ακολούθησε το 2021 μια προσπάθεια άρσης κριτηρίων, χωρίς την αναγκαία αποδοχή από τα κόμματα. Το 2023, με το πρώτο νομοσχέδιο της νέας Βουλής, οι περιορισμοί καταργήθηκαν και η συζήτηση πέρασε από τη θεωρία στην εφαρμογή.
Έτσι, τον Ιανουάριο του 2024 θεσμοθετήθηκε η επιστολική ψήφος για τις ευρωεκλογές, ως μια πρώτη δοκιμή. Η κυβέρνηση την αποτιμά ως επιτυχημένη, προβάλλοντας ότι σχεδόν 40.000 απόδημοι επέλεξαν αυτή την οδό – αριθμός υπερδιπλάσιος από εκείνον των εθνικών εκλογών, παρότι οι ευρωεκλογές συχνά αντιμετωπίζονται ως χαμηλότερης έντασης αναμέτρηση για όσους ζουν στο εξωτερικό.
Το επιχείρημα της κυβέρνησης είναι ότι το κράτος ιστορικά «τιμούσε τη διασπορά» συχνά στα λόγια, όχι στην πράξη. Το νομοσχέδιο θέλει να σηματοδοτήσει την αλλαγή εποχής: «από τις υποσχέσεις στα έργα», με την κυβέρνηση να επιδιώκει να εμφανιστεί ως εκείνη που άνοιξε τον δρόμο συμμετοχής και τώρα κάνει το «δεύτερο και ιστορικό βήμα».
Για το Μαξίμου το νομοσχέδιο ενσωματώνει εκατοντάδες χιλιάδες αποδήμους στον κορμό των ενεργών πολιτών, ως αντίβαρο στην αποχή και την «απόσταση από την πολιτική», σε μια εποχή όπου –όπως περιέγραψε ο πρωθυπουργός στην ομιλία του, – ο λαϊκισμός, η παραπληροφόρηση και τα «αυταρχικά μοντέλα» δοκιμάζουν τις ανοιχτές κοινωνίες.