Κρίσεις πανικού: Όταν το σώμα θυμάται το τραύμα και η θεραπεία μέσα από την κλινική υπνοθεραπεία
Αρθρογραφεί στο TheOpinion η κλινική ψυχολόγος, Κυριακή Λέντζιου
Οι κρίσεις πανικού αποτελούν μία από τις πιο έντονες και συχνά τρομακτικές εμπειρίες που μπορεί να βιώσει ένας άνθρωπος. Η ξαφνική ταχυκαρδία, η δυσκολία στην αναπνοή, η αίσθηση ότι «χάνεται ο έλεγχος», η ζάλη, το τρέμουλο ή ακόμη και ο φόβος ότι κάτι σοβαρό συμβαίνει στο σώμα δημιουργούν την εντύπωση ότι ο οργανισμός στρέφεται εναντίον μας. Ωστόσο, η σύγχρονη ψυχολογική και τραυματοθεραπευτική προσέγγιση δείχνει ότι πίσω από αυτές τις αντιδράσεις δεν βρίσκεται κάποια πραγματική σωματική απειλή, αλλά ένας βαθύτερος μηχανισμός μνήμης του ίδιου του νευρικού συστήματος. Με έναν τρόπο σχεδόν συμβολικό, το σώμα φαίνεται να «θυμάται» εμπειρίες που δεν έχουν επεξεργαστεί πλήρως σε ψυχικό επίπεδο και αντιδρά σαν να βρίσκεται ξανά μπροστά σε κίνδυνο.
Το άγχος αποτελεί έναν φυσιολογικό και απαραίτητο μηχανισμό επιβίωσης. Μέσα από την ενεργοποίηση του λεγόμενου συστήματος «μάχης ή φυγής» (fight or flight), ο οργανισμός προετοιμάζεται να αντιμετωπίσει απειλητικές καταστάσεις. Η καρδιά επιταχύνει για να στείλει περισσότερο αίμα στους μύες, η αναπνοή γίνεται πιο γρήγορη για να αυξηθεί η παροχή οξυγόνου και το σώμα βρίσκεται σε κατάσταση αυξημένης εγρήγορσης. Πρόκειται για έναν εξελικτικό μηχανισμό που εξυπηρέτησε την επιβίωση του ανθρώπου για χιλιάδες χρόνια. Όταν όμως αυτό το σύστημα ενεργοποιείται χωρίς να υπάρχει πραγματικός εξωτερικός κίνδυνος, τότε η αντίδραση βιώνεται ως κρίση πανικού.
Για πολλούς ανθρώπους, η πρώτη κρίση πανικού εμφανίζεται αιφνίδια και χωρίς προφανή λόγο. Συχνά περιγράφεται ως μια εμπειρία που «έρχεται από το πουθενά». Στην πραγματικότητα, όμως, η κρίση πανικού αποτελεί συνήθως το αποκορύφωμα μιας μακροχρόνιας εσωτερικής διεργασίας. Το νευρικό σύστημα μπορεί να βρίσκεται για μεγάλο χρονικό διάστημα σε κατάσταση υπερδιέγερσης, εξαιτίας συνεχούς στρες, συναισθηματικής πίεσης ή ανεπεξέργαστων βιωμάτων. Όταν αυτή η ένταση υπερβεί ένα συγκεκριμένο όριο, το σώμα αντιδρά έντονα, ενεργοποιώντας τον μηχανισμό συναγερμού.
Η σύγχρονη επιστήμη του τραύματος έχει δείξει ότι πολλές από τις αντιδράσεις άγχους και πανικού σχετίζονται με εμπειρίες που έχουν αποτυπωθεί στο νευρικό σύστημα σε βαθύτερο επίπεδο. Εμπειρίες απώλειας, συναισθηματικής εγκατάλειψης, έντονου φόβου, χρόνιου στρες ή τραυματικών γεγονότων μπορεί να καταγραφούν στον εγκέφαλο και στο σώμα ως μνήμες απειλής. Ακόμη και όταν το άτομο δεν θυμάται συνειδητά αυτές τις εμπειρίες, το σώμα μπορεί να αντιδρά σαν να επαναλαμβάνονται. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί άνθρωποι με κρίσεις πανικού περιγράφουν την εμπειρία τους με φράσεις όπως «το σώμα μου δεν με ακούει» ή «δεν καταλαβαίνω γιατί συμβαίνει αυτό».
Σε αυτό το σημείο αποκτά ιδιαίτερη σημασία η κατανόηση ότι το άγχος και οι κρίσεις πανικού δεν αποτελούν απλώς μια «υπερβολική αντίδραση» του οργανισμού, αλλά συχνά ένα μήνυμα του ίδιου του ψυχικού συστήματος ότι κάτι βαθύτερο ζητά να αναγνωριστεί και να επεξεργαστεί.
Η κλινική υπνοθεραπεία αποτελεί μία από τις θεραπευτικές προσεγγίσεις που μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά σε αυτή τη διαδικασία. Σε αντίθεση με τις συχνά παραπλανητικές εικόνες που προβάλλονται από την ποπ κουλτούρα, η κλινική ύπνωση δεν συνεπάγεται απώλεια ελέγχου ή «υποβολή». Πρόκειται για μια φυσική κατάσταση εστιασμένης προσοχής και βαθιάς χαλάρωσης, κατά την οποία το άτομο παραμένει πλήρως συνειδητό αλλά αποκτά ευκολότερη πρόσβαση σε βαθύτερα επίπεδα της εσωτερικής του εμπειρίας.
Κατά τη διάρκεια της υπνοθεραπευτικής διαδικασίας, το νευρικό σύστημα μεταβαίνει σταδιακά από την υπερδιέγερση σε μια κατάσταση ηρεμίας και ρύθμισης. Η αναπνοή γίνεται πιο αργή και βαθιά, οι μύες χαλαρώνουν και ενεργοποιείται το παρασυμπαθητικό νευρικό σύστημα, το οποίο συνδέεται με την αποκατάσταση, την ηρεμία και την αίσθηση ασφάλειας. Σε αυτή την κατάσταση, ο άνθρωπος μπορεί να συνδεθεί με συναισθήματα, μνήμες και εσωτερικές εικόνες που συχνά παραμένουν εκτός της συνειδητής επίγνωσης.
Η θεραπευτική διαδικασία δεν στοχεύει απλώς στην ανακούφιση των συμπτωμάτων, αλλά στη βαθύτερη κατανόηση και επεξεργασία των εμπειριών που τροφοδοτούν το άγχος. Μέσα από τεχνικές που χρησιμοποιούνται στην κλινική υπνοθεραπεία, όπως η επαναπλαισίωση τραυματικών μνημών, η ενίσχυση εσωτερικών πόρων και η επανασύνδεση με κομμάτια του εαυτού που έχουν «παγώσει» μέσα στον χρόνο, το άτομο μπορεί να αποκαταστήσει σταδιακά την αίσθηση εσωτερικής ασφάλειας.
Καθώς προχωρά η θεραπευτική διαδικασία, πολλοί άνθρωποι παρατηρούν ότι οι κρίσεις πανικού μειώνονται σε συχνότητα και ένταση. Το σώμα αρχίζει να ηρεμεί, η αναπνοή γίνεται πιο φυσική και η εμπιστοσύνη προς τον ίδιο τον οργανισμό αποκαθίσταται. Εκεί όπου κάποτε υπήρχε φόβος απέναντι στο σώμα, αρχίζει να αναπτύσσεται μια νέα σχέση κατανόησης και συνεργασίας.
Η θεραπεία του άγχους και των κρίσεων πανικού δεν είναι μια διαδικασία γρήγορης «διόρθωσης», αλλά μια βαθύτερη πορεία επανασύνδεσης με τον εαυτό. Όταν ο άνθρωπος μπορέσει να ακούσει τα μηνύματα του σώματός του, να κατανοήσει τις συναισθηματικές του ανάγκες και να επεξεργαστεί εμπειρίες που παρέμεναν αδρανείς μέσα στο ψυχικό του σύστημα, τότε το άγχος παύει να λειτουργεί αποκλειστικά ως απειλή και μετατρέπεται σε έναν δείκτη εσωτερικής διεργασίας.
Διότι πίσω από κάθε κρίση πανικού δεν βρίσκεται μόνο ο φόβος. Συχνά βρίσκεται ένα κομμάτι του εαυτού που ζητά να ακουστεί, να αναγνωριστεί και τελικά να θεραπευτεί.