Η βία στο Νεπάλ και οι προοπτικές για το μέλλον

Αρθρογραφεί στο TheOpinion η Ειρήνη Βήττα-Βαβούσκου, επιχειρηματίας.

Η βία στο Νεπάλ και οι προοπτικές για το μέλλον

Αρθρογραφεί στο TheOpinion η Ειρήνη Βήττα-Βαβούσκου, επιχειρηματίας.

Η οικονομία του Νεπάλ στο παρελθόν χαρακτηριζόταν από μια σχεδόν παραδοσιακή στασιμότητα, καθώς οι γεωγραφικές συνθήκες και η εξάρτηση από την αγροτική παραγωγή περιόριζαν τις δυνατότητες για ταχεία ανάπτυξη. Οι κοινότητες των αγροτών στηρίζονταν στις σοδειές τους και στην κτηνοτροφία, ενώ τα εμπορικά δίκτυα ήταν περιορισμένα λόγω του δύσβατου εδάφους που απομόνωνε μεγάλο μέρος του πληθυσμού. Τα έσοδα του κράτους ήταν ελάχιστα, κυρίως επειδή δεν υπήρχε βιομηχανία, ενώ η χώρα βασιζόταν σε εμβάσματα από πολίτες που αναγκάζονταν να αναζητούν εργασία στο εξωτερικό. Η κοινωνική κινητικότητα ήταν μικρή και οι ευκαιρίες για την πλειονότητα των ανθρώπων περιορισμένες, γεγονός που συντηρούσε ανισότητες και καλλιεργούσε δυσαρέσκεια.

Σήμερα η οικονομία του Νεπάλ παρουσιάζει διαφορετικά χαρακτηριστικά, αλλά εξακολουθεί να παραμένει ευάλωτη. Η στροφή προς τον τουρισμό, ιδίως λόγω του Έβερεστ και άλλων ορεινών κορυφών, έχει προσφέρει νέες πηγές εισοδήματος. Παράλληλα οι υπηρεσίες και οι μικρές βιοτεχνίες ενισχύουν την απασχόληση, ωστόσο οι μεγάλες επενδύσεις παραμένουν σπάνιες. Η εξάρτηση από τις εισαγωγές και από τα εμβάσματα δεν έχει μειωθεί δραστικά, ενώ η πολιτική αστάθεια λειτουργεί αποτρεπτικά για σοβαρά επενδυτικά σχέδια. Το νόμισμα παραμένει ασθενές και η χώρα αντιμετωπίζει δυσκολίες στην προσέλκυση διεθνών κεφαλαίων. Οι ανισότητες μεταξύ αστικών κέντρων και απομακρυσμένων περιοχών διευρύνονται, ενώ η κλιματική κρίση επιβαρύνει τις αγροτικές κοινότητες που συνεχίζουν να ζουν στα όρια της φτώχειας.

Η πολιτική ηγεσία του Νεπάλ διαχρονικά δεν κατόρθωσε να διασφαλίσει ένα σταθερό και συνεκτικό όραμα. Μετά το τέλος της μοναρχίας και την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας, η χώρα οδηγήθηκε σε μια περίοδο διαρκών ανακατατάξεων. Τα κόμματα διαπραγματεύονταν συνεχώς μεταξύ τους, σχηματίζοντας βραχύβιες κυβερνήσεις που δεν είχαν τον χρόνο ούτε την ενότητα να σχεδιάσουν μακροπρόθεσμες πολιτικές. Η απουσία ισχυρών θεσμών και η καχυποψία ανάμεσα στις πολιτικές δυνάμεις οδήγησαν σε αδύναμα σχήματα εξουσίας, τα οποία συχνά βασίζονταν σε προσωποπαγείς στρατηγικές. Αυτό το κενό άφησε χώρο για διαμαρτυρίες και κοινωνικές εντάσεις, που με τη σειρά τους ενίσχυσαν τη δυσπιστία του πληθυσμού απέναντι στο πολιτικό σύστημα.

Τις τελευταίες ημέρες η χώρα βρέθηκε ξανά αντιμέτωπη με σοβαρά επεισόδια βίας. Διαδηλώσεις που ξεκίνησαν ειρηνικά, με αιτήματα για καλύτερη διαχείριση της οικονομίας και για μέτρα στήριξης των φτωχότερων στρωμάτων, μετατράπηκαν σε συγκρούσεις με τις δυνάμεις ασφαλείας. Η αστυνομία έκανε εκτεταμένη χρήση βίας για να διαλύσει τα πλήθη, ενώ σε ορισμένες περιοχές σημειώθηκαν εμπρησμοί και καταστροφές δημόσιας περιουσίας. Οι εικόνες χάους που μεταδόθηκαν από τα μέσα ενημέρωσης προκάλεσαν ανησυχία και διεθνή κατακραυγή, καθώς το Νεπάλ κινδυνεύει να επιστρέψει σε έναν φαύλο κύκλο συγκρούσεων που θυμίζει παλαιότερες περιόδους εμφυλιακής έντασης.

Η κατάσταση αυτή δεν προέκυψε ξαφνικά αλλά αποτελεί αποτέλεσμα μιας μακράς ιστορικής πορείας. Η αποτυχία των κυβερνήσεων να προσφέρουν πραγματική ευημερία και να μειώσουν τις κοινωνικές ανισότητες έχει συσσωρεύσει οργή και απογοήτευση. Η έλλειψη ουσιαστικών επενδύσεων σε εκπαίδευση, υγεία και υποδομές δημιούργησε μια γενιά νέων που αισθάνονται ότι δεν έχουν προοπτικές στη χώρα τους. Επιπλέον η διαφθορά έχει διαβρώσει την εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς, με αποτέλεσμα οι πολίτες να θεωρούν ότι το πολιτικό σύστημα δεν μπορεί να εκπληρώσει τις υποσχέσεις του. Σε αυτό το έδαφος οι κινητοποιήσεις, ακόμη κι όταν ξεκινούν ειρηνικά, αποκτούν εύκολα βίαιη διάσταση.

Εξίσου σημαντικό είναι το γεγονός ότι το Νεπάλ παραμένει εγκλωβισμένο ανάμεσα σε δύο ισχυρούς γείτονες, την Ινδία και την Κίνα, που ανταγωνίζονται για επιρροή. Αυτή η γεωπολιτική θέση δημιουργεί πιέσεις στο εσωτερικό, καθώς διαφορετικές πολιτικές δυνάμεις συχνά ταυτίζονται με εξωτερικά συμφέροντα αντί να επιδιώκουν την εθνική συνοχή. Η έλλειψη μιας ανεξάρτητης στρατηγικής ανάπτυξης καθιστά τη χώρα ευάλωτη σε κρίσεις, ενώ οι ξαφνικές ανακατατάξεις εντός της κυβέρνησης δεν αφήνουν περιθώρια για σταθερές συμμαχίες. Όλα αυτά τροφοδοτούν ένα περιβάλλον όπου η απογοήτευση εκτονώνεται με τη μορφή βίας.

Δεν μπορεί κανείς να αγνοήσει επίσης τον ρόλο της κληρονομιάς του εμφυλίου πολέμου, ο οποίος άφησε πληγές που δεν έχουν επουλωθεί. Παρά τη συμφωνία ειρήνης, η μνήμη της βίας παραμένει ζωντανή και η κοινωνία δεν κατόρθωσε να δημιουργήσει ισχυρούς μηχανισμούς συμφιλίωσης. Έτσι κάθε νέα κρίση ξυπνά φόβους και εντάσεις που οδηγούν σε συγκρούσεις. Η ιστορική εμπειρία του Νεπάλ δείχνει ότι όταν οι πολίτες αισθάνονται εγκαταλελειμμένοι από το κράτος, η κοινωνική ειρήνη είναι εξαιρετικά εύθραυστη.

Μπροστά σε αυτή την πραγματικότητα, η βία δεν μπορεί να είναι αποδεκτή λύση. Η καταστολή από την πλευρά του κράτους ενισχύει την αγανάκτηση, ενώ η καταφυγή σε βίαιες ενέργειες από τους διαδηλωτές οδηγεί σε έναν φαύλο κύκλο που υπονομεύει τη δημοκρατία και την κοινωνική συνοχή. Η διεθνής κοινότητα, αλλά και οι ίδιες οι δυνάμεις της κοινωνίας των πολιτών μέσα στο Νεπάλ, οφείλουν να υψώσουν φωνή ενάντια στη βία και να προωθήσουν τη λογική του διαλόγου. Η καταδίκη κάθε μορφής βίας αποτελεί προϋπόθεση για την επιστροφή στην ομαλότητα, αφού μόνο μέσα από θεσμικές διαδικασίες μπορεί να οικοδομηθεί ένα βιώσιμο μέλλον.

Το μέλλον του Νεπάλ εξαρτάται από την ικανότητά του να ξεπεράσει τον φαύλο κύκλο των κρίσεων. Η χώρα χρειάζεται μια σταθερή πολιτική ηγεσία που θα εμπνεύσει εμπιστοσύνη και θα υλοποιήσει ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις. Επενδύσεις στην παιδεία, στην υγεία και στις υποδομές μπορούν να δημιουργήσουν ευκαιρίες για τους νέους, ώστε να μην αναζητούν τη μοίρα τους στο εξωτερικό. Η ανάπτυξη ενός σύγχρονου αγροτικού τομέα, η αξιοποίηση των φυσικών πόρων και η προσέλκυση βιώσιμων μορφών τουρισμού μπορούν να προσφέρουν σταθερή οικονομική βάση. Παράλληλα, η ενίσχυση των δημοκρατικών θεσμών και η εμπέδωση της διαφάνειας είναι απαραίτητες για να επανέλθει η εμπιστοσύνη του λαού. Αν το Νεπάλ καταφέρει να ακολουθήσει μια πορεία ειρήνης και προόδου, τότε θα μπορέσει να αφήσει πίσω του τη βία και να οικοδομήσει μια κοινωνία δικαιοσύνης και αλληλεγγύης.