Τι λείπει από την ανάπτυξη

Τι λείπει από την ανάπτυξη

Χωρίς άλμα στην παραγωγικότητα, η ανάκαμψη κινδυνεύει να εξαντληθεί στους αριθμούς και δεν θα φτάσει ποτέ η πραγματική σύγκλιση Η συζήτηση για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας παραμένει συχνά εγκλωβισμένη σε βραχυπρόθεσμους δείκτες: ρυθμούς μεγέθυνσης ενός ή δύο ετών, δημοσιονομικά πλεονάσματα, αυξήσεις κατώτατων μισθών ή φορολογικές ελαφρύνσεις. Όλα αυτά είναι σημαντικά, αλλά δεν απαντούν στο θεμελιώδες ερώτημα: από πού μπορεί να προκύψει διατηρήσιμη ευημερία σε βάθος χρόνου; Τα πρόσφατα policy briefs του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών για το εισόδημα και την παραγωγικότητα προσφέρουν μια καθαρή και, σε κάποιο βαθμό, άβολη απάντηση. Χωρίς ουσιαστική βελτίωση της παραγωγικότητας, η ελληνική οικονομία θα συνεχίσει να ανακυκλώνει την υστέρησή της.

Δεκαπέντε και πλέον χρόνια μετά την έναρξη της κρίσης, η Ελλάδα παραμένει η μόνη χώρα -μαζί με την Ιταλία- που δεν έχει ανακτήσει τα προ κρίσης επίπεδα πραγματικού εισοδήματος των νοικοκυριών. Παρά τη σημαντική ανάκαμψη μετά το 2015 και ιδιαίτερα μετά το 2019, το πραγματικό εισόδημα εξακολουθεί να υπολείπεται περίπου κατά 15% σε σχέση με το 2009. Το κρίσιμο στοιχείο, όμως, είναι ότι αυτή η υστέρηση δεν είναι απλώς αποτέλεσμα της λιτότητας ή της καθυστέρησης των μεταρρυθμίσεων. Συνδέεται άμεσα με ένα βαθύτερο και πιο διαρθρωτικό πρόβλημα: την αδυναμία της ελληνικής οικονομίας να αυξήσει την παραγωγικότητα της εργασίας της.

Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά. Το 2024, η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα -είτε μετρηθεί ανά εργαζόμενο είτε ανά ώρα εργασίας- παραμένει αισθητά χαμηλότερη από τα επίπεδα του 2009. Σε όρους ΑΕΠ ανά εργαζόμενο, η απόσταση αγγίζει περίπου το 18%, ενώ σε όρους ΑΕΠ ανά ώρα εργασίας περίπου το 14%. Με άλλα λόγια, οι Έλληνες δεν «τεμπελιάζουν» περισσότερο από το παρελθόν· εργάζονται, συχνά πολλές ώρες, αλλά το παραγόμενο προϊόν ανά μονάδα εργασίας παραμένει χαμηλό. Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο που διαχωρίζει τις οικονομίες που συγκλίνουν από εκείνες που παγιδεύονται στη στασιμότητα.

Η ανάλυση ανά κλάδο αποκαλύπτει μια ακόμη πιο ανησυχητική εικόνα. Οι τομείς που συνεισφέρουν το μεγαλύτερο ποσοστό στο ΑΕΠ -εμπόριο, μεταφορές, διαμονή και εστίαση- είναι ταυτόχρονα εκείνοι με τη μεγαλύτερη υστέρηση παραγωγικότητας σε σχέση με το 2009. Πρόκειται για κλάδους έντασης εργασίας, χαμηλής τεχνολογικής βάσης και περιορισμένων οικονομιών κλίμακας. Αντίθετα, οι λίγοι τομείς που έχουν ξεπεράσει τα προ κρίσης επίπεδα παραγωγικότητας, όπως οι χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, έχουν σχετικά μικρότερη διάχυση στην απασχόληση. Το αποτέλεσμα είναι μια οικονομία που παράγει μεγάλο μέρος του πλούτου της σε δραστηριότητες χαμηλής προστιθέμενης αξίας.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η διάσταση του μεγέθους των επιχειρήσεων. Η ελληνική οικονομία χαρακτηρίζεται από υπερβολικό κατακερματισμό: πολύ μικρές επιχειρήσεις με 1-9 εργαζομένους, χαμηλή κεφαλαιακή ένταση και περιορισμένη δυνατότητα επένδυσης σε τεχνολογία, καινοτομία και οργανωτικές βελτιώσεις. Τα δεδομένα δείχνουν ότι αυτές οι επιχειρήσεις υπολείπονται δραματικά σε παραγωγικότητα σε σχέση με τις μεσαίες και μεγάλες. Το χάσμα δεν είναι οριακό αλλά δομικό: δεκάδες χιλιάδες ευρώ ανά εργαζόμενο ετησίως. Αυτό σημαίνει χαμηλότερους μισθούς, περιορισμένες προοπτικές εξέλιξης και μικρότερη ανθεκτικότητα σε οικονομικούς κραδασμούς.

Η σύνδεση παραγωγικότητας και εισοδημάτων είναι κρίσιμη και συχνά παρεξηγημένη στον δημόσιο διάλογο. Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι, μακροχρόνια, οι πραγματικοί μισθοί αυξάνονται όταν αυξάνεται η παραγωγικότητα της εργασίας. Οι διοικητικές παρεμβάσεις στους μισθούς, όσο αναγκαίες κι αν είναι για λόγους κοινωνικής συνοχής, δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τη δημιουργία πραγματικού πλούτου. Αντίθετα, όταν οι μισθολογικές αυξήσεις δεν συνοδεύονται από αύξηση παραγωγικότητας, μεταφράζονται σε απώλεια ανταγωνιστικότητας ή σε πληθωριστικές πιέσεις.

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν «χρειαζόμαστε» περισσότερη παραγωγικότητα, αλλά πώς μπορούμε να τη δημιουργήσουμε. Οι απαντήσεις δεν είναι εύκολες ούτε πολιτικά ανώδυνες. Προϋποθέτουν μετατόπιση πόρων προς πιο παραγωγικούς κλάδους, ενίσχυση των επενδύσεων σε κεφάλαιο και τεχνολογία, βελτίωση των δεξιοτήτων του εργατικού δυναμικού και άρση αντικινήτρων που κρατούν τις επιχειρήσεις τεχνητά μικρές. Προϋποθέτουν επίσης ένα θεσμικό περιβάλλον που επιβραβεύει τη μεγέθυνση, τη συγχώνευση και τη διεθνοποίηση, αντί να τις αντιμετωπίζει με καχυποψία.

Η εικόνα αυτή γίνεται ακόμη πιο καθαρή αν ιδωθεί μέσα από μια στοιχειώδη περιοδολόγηση της τελευταίας δεκαπενταετίας, η οποία αποτυπώνει όχι μόνο τις μεταβολές των εισοδημάτων αλλά και τη δυναμική -ή την απουσία δυναμικής- της παραγωγικότητας.

Για να γίνει κατανοητό πού βρισκόμαστε σήμερα, έχει νόημα η σύγκριση να επικεντρωθεί κυρίως ανάμεσα στην περίοδο 2019–2024 και στην αμέσως προηγούμενη φάση της ελληνικής οικονομίας.

Την περίοδο 2010-2014, στα χρόνια της βαθιάς ύφεσης και της εσωτερικής υποτίμησης, η παραγωγικότητα της εργασίας κατέρρευσε. Η πτώση αυτή συνδέθηκε με αποεπένδυση, έξοδο επιχειρήσεων από την αγορά και αποδιάρθρωση του παραγωγικού ιστού. Πρόκειται για το χαμένο έδαφος που εξακολουθεί να βαραίνει τα μεγέθη της ελληνικής οικονομίας μέχρι σήμερα.

Η περίοδος 2015-2018 λειτουργεί ως μεταβατική φάση: η οικονομία σταθεροποιείται, επιστρέφει σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης και μειώνει την ανεργία, αλλά χωρίς ουσιαστική βελτίωση της παραγωγικότητας. Η ανάκαμψη είναι κυρίως ποσοτική και όχι ποιοτική, με την παραγωγική δομή να παραμένει προσανατολισμένη σε κλάδους χαμηλής προστιθέμενης αξίας.

Σε αντιδιαστολή, την περίοδο 2019-2024 παρατηρείται μια σαφώς διαφορετική δυναμική. Παρά τις διαδοχικές εξωγενείς κρίσεις, τα πραγματικά εισοδήματα αυξάνονται ταχύτερα, οι επενδύσεις ενισχύονται και η παραγωγικότητα παρουσιάζει μερική αλλά υπαρκτή ανάκαμψη. Σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο, η εικόνα είναι βελτιωμένη και δείχνει ότι η οικονομία κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση.

Ωστόσο, η σύγκριση με το 2009 παραμένει αμείλικτη. Η παραγωγικότητα της εργασίας εξακολουθεί να βρίσκεται αισθητά χαμηλότερα από τα προ κρίσης επίπεδα, γεγονός που δείχνει ότι, παρά την πρόοδο της περιόδου 2019–2024, η χώρα δεν έχει ακόμη καλύψει το χαμένο έδαφος της κρίσης. Υπάρχει ανάκαμψη, αλλά ο δρόμος προς την ουσιαστική σύγκλιση παραμένει μακρύς.

Η ελληνική οικονομία έχει κάνει βήματα προόδου την τελευταία δεκαετία, αλλά τα δεδομένα δείχνουν ότι αυτά τα βήματα δεν αρκούν για ουσιαστική σύγκλιση με την Ευρώπη. Η παραγωγικότητα παραμένει ο «χαμένος κρίκος» της αναπτυξιακής στρατηγικής. Αν δεν τεθεί στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου και της πολιτικής δράσης, η χώρα κινδυνεύει να παγιώσει ένα μοντέλο ανάπτυξης χαμηλών προσδοκιών: μέτριους μισθούς, περιορισμένες ευκαιρίες και συνεχή εξάρτηση από εξωτερικούς παράγοντες.

Σε αυτό το σημείο, η συζήτηση αποκτά αναπόφευκτα πολιτικό χαρακτήρα. Η τρέχουσα κυβερνητική ατζέντα, με αιχμή το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, αποτελεί ίσως τη σημαντικότερη ευκαιρία των τελευταίων δεκαετιών για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα της χαμηλής παραγωγικότητας. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν θα απορροφηθούν οι πόροι -αυτό αποτελεί τεχνικό στόχο- αλλά αν θα κατευθυνθούν σε δραστηριότητες που αυξάνουν διαρκώς το παραγόμενο προϊόν ανά εργαζόμενο.

Από μια φιλελεύθερη σκοπιά, το ζητούμενο δεν είναι ένα κράτος-επενδυτής που υποκαθιστά την αγορά, αλλά ένα κράτος-καταλύτης που μειώνει τα εμπόδια στην ιδιωτική επένδυση, ενισχύει τον ανταγωνισμό και επιτρέπει την αναδιάρθρωση της παραγωγής. Η ψηφιοποίηση του κράτους, οι επενδύσεις σε υποδομές, η ενίσχυση της έρευνας και ανάπτυξης και η αναβάθμιση των δεξιοτήτων μπορούν να λειτουργήσουν πολλαπλασιαστικά μόνο αν συνοδευτούν από θεσμικές αλλαγές που επιτρέπουν στις επιχειρήσεις να μεγαλώσουν, να συγχωνευθούν και να στραφούν στις διεθνείς αγορές.

Η πολιτική επιλογή είναι σαφής: είτε οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης θα χρησιμοποιηθούν για να συντηρήσουν το υπάρχον παραγωγικό μοντέλο, είτε θα αξιοποιηθούν για να επιταχύνουν τη μετάβαση σε μια οικονομία υψηλότερης παραγωγικότητας. Αυτό προϋποθέτει λιγότερη ανοχή στον κατακερματισμό, λιγότερα αντικίνητρα για μεγέθυνση, πιο φιλικό φορολογικό και ρυθμιστικό περιβάλλον για επενδύσεις κλίμακας.

Η πραγματική πρόκληση, επομένως, δεν είναι απλώς να ανακάμψει η οικονομία, αλλά να αλλάξει ποιοτικά. Και αυτή η αλλαγή περνά αναγκαστικά μέσα από την αύξηση της παραγωγικότητας, όχι ως τεχνοκρατικό σύνθημα, αλλά ως προϋπόθεση για μια πιο εύρωστη, δίκαιη και ανθεκτική ελληνική οικονομία.