Χρόνιο στρες και επιπτώσεις στην υγεία: Ορμονικοί μηχανισμοί και παθολογικές συνέπειες

Το στρες μπορεί επίσης να επηρεάσει την έκβαση νοσημάτων, καθυστερώντας την επούλωση τραυμάτων ή μειώνοντας την αποτελεσματικότητα θεραπειών

Χρόνιο στρες και επιπτώσεις στην υγεία: Ορμονικοί μηχανισμοί και παθολογικές συνέπειες
Εικόνα: Unsplash

Το στρες αποτελεί μία φυσιολογική αντίδραση του ανθρώπινου οργανισμού απέναντι σε εξωτερικά ή εσωτερικά ερεθίσματα που εκλαμβάνονται ως απειλητικά ή απαιτητικά. Αποσκοπεί στην άμεση κινητοποίηση των βιολογικών συστημάτων ώστε να διατηρηθεί η ισορροπία και να διασφαλιστεί η επιβίωση. Ωστόσο, όταν η αντίδραση αυτή είναι παρατεταμένη ή επαναλαμβανόμενη, μπορεί να προκαλέσει σοβαρές δυσλειτουργίες και να συνδεθεί με την ανάπτυξη ή την επιδείνωση μιας σειράς παθολογικών καταστάσεων.

Η επιστήμη της ενδοκρινολογίας του στρες μελετά, σύμφωνα με το ygeiamou.gr, τους μηχανισμούς που ενεργοποιούνται στον οργανισμό υπό την επίδραση στρεσογόνων παραγόντων, με βασικό πεδίο ενδιαφέροντος τις ορμόνες και τον τρόπο που αυτές επηρεάζουν τη λειτουργία των διάφορων συστημάτων.

Κεντρικό ρόλο σε αυτή την απόκριση διαδραματίζει ο άξονας υποθαλάμου–υπόφυσης–επινεφριδίων. Όταν ο εγκέφαλος εντοπίσει έναν στρεσογόνο παράγοντα, ο υποθάλαμος εκκρίνει την ορμόνη CRH, η οποία στη συνέχεια ενεργοποιεί την πρόσθια υπόφυση να εκκρίνει ACTH. Η ACTH μέσω της κυκλοφορίας φτάνει στον φλοιό των επινεφριδίων, προκαλώντας την έκκριση κορτιζόλης, της κύριας ορμόνης του στρες. Η κορτιζόλη έχει ως βασικό στόχο τη διατήρηση της ενεργειακής ισορροπίας και την υποστήριξη του οργανισμού σε συνθήκες απειλής. Αυξάνει τη γλυκόζη στο αίμα μέσω της γλυκονεογένεσης στο ήπαρ, διασπά μυϊκές πρωτεΐνες για την παραγωγή ενέργειας και ενισχύει τη λιπόλυση. Παράλληλα, καταστέλλει το ανοσοποιητικό σύστημα μειώνοντας την παραγωγή κυτοκινών και την ενεργοποίηση των ανοσοκυττάρων, δράση που σε οξεία φάση προστατεύει τον οργανισμό από υπερβολικές αντιδράσεις, αλλά σε χρόνια βάση αυξάνει την ευαλωτότητα σε λοιμώξεις και νεοπλασίες.

Εκτός από τον ενδοκρινικό άξονα, ενεργοποιείται και το συμπαθητικό νευρικό σύστημα, με αποτέλεσμα την απελευθέρωση αδρεναλίνης και νοραδρεναλίνης από τον μυελό των επινεφριδίων. Οι ουσίες αυτές προκαλούν ταχυκαρδία, αύξηση της αρτηριακής πίεσης, βρογχοδιαστολή, περιφερική αγγειοσύσπαση και αυξημένη ροή αίματος στους σκελετικούς μύες, προετοιμάζοντας το σώμα για αντίδραση τύπου «μάχη ή φυγή». Επιπλέον, επιδρούν άμεσα στον εγκέφαλο, επηρεάζοντας τη διάθεση, την προσοχή και την εγρήγορση. Υπό φυσιολογικές συνθήκες, ο οργανισμός διαθέτει μηχανισμό αρνητικής παλίνδρομης ρύθμισης που αναστέλλει την παραγωγή CRH και ACTH όταν τα επίπεδα κορτιζόλης αυξηθούν υπερβολικά. Όταν όμως το στρες είναι χρόνιο, ο μηχανισμός αυτός απορρυθμίζεται, με αποτέλεσμα την επίμονη υπερκορτιζολαιμία ή, αντίθετα, την υπολειτουργία του άξονα, όπως συμβαίνει στο σύνδρομο burnout και στη διαταραχή μετατραυματικού στρες.

Η μακροχρόνια ενεργοποίηση του άξονα του στρες επηρεάζει σχεδόν όλα τα οργανικά συστήματα. Στο μεταβολικό πεδίο, η αυξημένη κορτιζόλη ευνοεί την ανάπτυξη ινσουλινοαντίστασης, υπεργλυκαιμίας, δυσλιπιδαιμίας και σπλαχνικού τύπου παχυσαρκίας. Στο καρδιαγγειακό σύστημα, συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο υπέρτασης, αθηροσκλήρωσης και εμφραγμάτων. Στο νευρικό σύστημα, η χρόνια κορτιζολαιμία επηρεάζει αρνητικά τη λειτουργία του ιππόκαμπου, μειώνοντας τη μνημονική ικανότητα, και απορρυθμίζει τον προμετωπιαίο φλοιό, με αποτέλεσμα δυσκολία στη λήψη αποφάσεων. Ταυτόχρονα ενισχύεται η δραστηριότητα της αμυγδαλής, οδηγώντας σε υπεραντίδραση σε ερεθίσματα φόβου και άγχους, κάτι που συσχετίζεται με την εμφάνιση ψυχιατρικών διαταραχών όπως η κατάθλιψη, η γενικευμένη αγχώδης διαταραχή και το μετατραυματικό στρες.

Το χρόνιο στρες επιδρά επίσης αρνητικά στο ενδοκρινικό σύστημα που ρυθμίζει την αναπαραγωγή. Η μείωση της έκκρισης γοναδοτροπινών οδηγεί σε ανωμαλίες του εμμηνορυσιακού κύκλου, ανωοθυλακιορρηξία, μειωμένη γονιμότητα και προβλήματα στη σεξουαλική λειτουργία. Στην εγκυμοσύνη, αυξημένα επίπεδα στρες έχουν συσχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο αποβολής, πρόωρου τοκετού και μεταβολικών επιπλοκών. Όσον αφορά το ανοσοποιητικό σύστημα, ενώ η οξεία καταστολή της φλεγμονής μπορεί να είναι ευεργετική, η χρόνια ανοσοκαταστολή που προκαλείται από την παρατεταμένη έκκριση κορτιζόλης ενδέχεται να οδηγήσει στην ανάπτυξη χρόνιων φλεγμονωδών παθήσεων, αυτοάνοσων νοσημάτων ή ακόμη και κακοηθειών. Το στρες μπορεί επίσης να επηρεάσει την έκβαση νοσημάτων, καθυστερώντας την επούλωση τραυμάτων ή μειώνοντας την αποτελεσματικότητα θεραπειών, όπως η ανοσοθεραπεία σε ορισμένες μορφές καρκίνου.