Η ΔΕΘ ΑΕ δεν καθορίζει το μέλλον της Θεσσαλονίκης
Η φετινή Agrotica, η απαξίωση της Έκθεσης και το δημοψήφισμα που μπορεί να γίνει ιστορικό για την πόλη.
Εκτός από τους λιγότερους εκθέτες, στην έναρξη της φετινής Agrotica η εικόνα ήταν γνώριμη: αγρότες μαζεμένοι στις καντίνες για σουβλάκι και μπύρα· τρακτέρ συνδικαλιστικών μπλοκ έξω· πολιτικά κλιμάκια και βαρύγδουπες δηλώσεις μέσα· η αστυνομία και τα κανάλια ανάμεσά τους. Με άλλα λόγια, μουχαμπέτι, χειραψίες, χειροκροτήματα, δεκαρικοί, και το καθιερωμένο διακομματικό σόου. Τίποτε απρόσμενο από τη ΔΕΘ ΑΕ.
Αυτό που επιβάλλεται να αποδεχτούμε πια είναι το εξής: η ΔΕΘ ΑΕ δεν αποτελεί πλέον καθοριστικό παράγοντα για την οικονομία και τη ζωτικότητα της πόλης. Ο τζίρος της είναι περιορισμένος, σχεδόν στο επίπεδο μιας ιδιωτικής ΜΜΕ. Η επίδρασή της στην αγορά του κέντρου παραμένει ασαφής και σίγουρα όχι καταλυτική. Η διεθνής αναγνωρισιμότητα της είναι περιορισμένη. Η εξάρτησή της από το ελληνικό κράτος υπερβολική.
Η κατάστασή της είναι απολύτως γνωστή. Με ευθύνη διορισμένων διοικήσεων και μόνιμων στελεχών, η Έκθεση σταδιακά εκφυλίστηκε σε κρατικοδίαιτη εμποροπανήγυρη. Με υποδομές που δύσκολα θα χαρακτήριζε κανείς ευρωπαϊκές, και με όψη κατώτερη ακόμη και από τα πρότυπα του Τρίτου Κόσμου.
Και αυτό δεν αφορά μόνο τη Διεθνή του Σεπτεμβρίου. Ακόμη και ορισμένες κλαδικές λειτουργούν ουσιαστικά ως λιανικές αγορές, ανταγωνιζόμενες τις μόνιμα εγκατεστημένες γειτονικές επιχειρήσεις. Όσο για τις υπόλοιπες; Το πιο ενδεικτικό παράδειγμα είναι η Beyond Expo – ίσως η πιο πολλά υποσχόμενη όλων. Η πραγματοποίηση της μεταφέρθηκε στην Αθήνα, χωρίς κανείς να το επιβάλει.
Δυστυχώς οι υπεύθυνοι της Έκθεσης δεν στάθηκαν αντάξιοι του δημόσιου χαρακτήρα της. Υποτίθεται πως ο εν λόγω κρατικός θεσμός θα λειτουργούσε ως εργαλείο εθνικής ανάπτυξης, σε πλήρη αρμονία με την τοπική οικονομία. Αντ’ αυτού, η εξωστρέφεια κατάντησε κενό γράμμα, τουλάχιστον όσον αφορά αγαθά υψηλής προστιθέμενης αξίας· στις αντίστοιχες κατηγορίες προϊόντων, οι περισσότεροι εκθέτες προέρχονται από το εξωτερικό. Δεν οργανώθηκε καν μια σοβαρή έκθεση βιομηχανικού εξοπλισμού –με έμφαση στον ελληνικό– στο γεωγραφικό κέντρο της εγχώριας μεταποίησης, και δίπλα στις ταχύτερα αναπτυσσόμενες αγορές των Βαλκανίων. Κάτι τόσο αυτονόητο δεν προωθήθηκε ποτέ.
Έτσι όπως εξελίχθηκε, η Έκθεση επηρεάζει λίγο το παρόν και το μέλλον της πόλης. Πολύ λιγότερο απ’ όσο συχνά φανταζόμαστε. Ως εκ τούτου, δεν υπάρχει πραγματικός λόγος διχασμού των Θεσσαλονικέων γύρω από τη λειτουργία ή τη χωροθέτησή της. Η πόλη ούτε θα σωθεί, ούτε θα χαθεί από τη ΔΕΘ. Το ενδιαφέρον μας γι αυτήν είναι κυρίως συναισθηματικό: παιδικές αναμνήσεις, ανάγκη για μοναδικότητα, συμπόνια για τον συνάνθρωπο. Κανείς μας δεν θέλει να χαθεί η απασχόληση όσων εργάζονται εκεί.
Δεν υπάρχει λοιπόν καμία σύγκριση με την υπόθεση του Σταθμού Βενιζέλου και τη συνολική λειτουργία του Μετρό Θεσσαλονίκης. Εκεί το διακύβευμα ήταν πραγματικά υπαρξιακό για την πόλη: η πεισματική αντίσταση στο έργο με πρόσχημα τις αρχαιότητες θα μπορούσε να προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στον οικονομικό και κοινωνικό ιστό. Με ευθύνη και της δημοτικής αρχής, ο διχασμός εκείνος ήταν πραγματικά επικίνδυνος.
Πάντως η Πολιτεία επιδιώκει να κρατήσει τον κρατικό εκθεσιακό φορέα ζωντανό με κάθε τρόπο. Η στάση αυτή προϋπήρχε και σημερα διατηρείται μέσω του Υπερταμείου. Στο πλαίσιο αυτό, συχνά παραβλέπονται οι αβελτηρίες των εκάστοτε διοικήσεων. Αβελτηρίες που οδήγησαν στο σημερινό αποτέλεσμα. Όμως δεν φταίνε μόνο οι διοικήσεις. Η τοπική κοινωνία, η πολιτική και η παραγωγική εκπροσώπηση της πόλης δεν έβαλαν ποτέ χαλινάρι. Έτσι κατέστησαν συνένοχοι σε ένα έγκλημα διαρκείας: στην απαξίωση ενός άλλοτε κραταιού θεσμού.
Η πρώτη σοβαρή αντίδραση στον κοτζαμπασισμό, στην επιπολαιότητα και στην προχειρότητα εμφανίστηκε τελευταία, μόλις προτάθηκε το υπερφίαλο σχέδιο ανάπλασης, με δυσθεώρητο κόστος και έκταση. Η κίνηση συλλογής υπογραφών άλλαξε την πορεία των πραγμάτων και προκάλεσε την εγκατάλειψη ενός φαραωνικού σχεδίου που παρουσιαζόταν ως μονόδρομος. Για τον λόγο αυτό, η όλη διαδικασία του δημοψηφίσματος αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Είναι κομβική, σχεδόν ιστορική, και ως τέτοια θα πρέπει να αντιμετωπιστεί. Πρόκειται για την πρώτη αυθόρμητη τοποθέτηση της ζώσας κοινωνίας πάνω στη βιωσιμότητα της Θεσσαλονίκης.
Αν τυχόν αποφασιστεί ακύρωση της προσπάθειας, αυτή θα πρέπει να μην έχει την παραμικρή σκιά ως προς τη δημοκρατικότητα και τη νομιμότητά της. Δηλαδή, αν όντως παραδοθούν τα ip των ψηφιακών αιτήσεων και τα αντίγραφα των χειρόγραφων, το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους δεν θα έχει καθόλου εύκολη δουλειά.