Αδικαιολόγητη κατάσταση δρόμων: ποιος ευθύνεται;
Το σχεδόν τριτοκοσμικό οδικό δίκτυο της Κεντρικής Μακεδονίας, η χρόνια υποσυντήρηση και η ασάφεια αρμοδιοτήτων μεταξύ κράτους και αυτοδιοίκησης.
Την περασμένη εβδομάδα, σε ρεπορτάζ της, η Μελίνα Καραπαναγιωτίδου αποτύπωσε την οδηγική επικινδυνότητα μεταξύ Θέρμης και Βασιλικών. Αποτύπωσε τον μεγάλο αριθμό τροχαίων που έχουν συμβεί εκεί τα τελευταία χρόνια, αρκετά από τα οποία υπήρξαν θανατηφόρα. Πρόκειται για κατάσταση πραγματικά αδικαιολόγητη, σύμφωνα με τα δεδομένα σύγχρονου ευρωπαϊκού κράτους.
Δυστυχώς δεν είναι μόνο το συγκεκριμένο τμήμα απαράδεκτο. Ολόκληρη η ΕΟ Θεσσαλονίκης–Πολυγύρου είναι κάκιστη και συνεχίζει έτσι προς την Αρναία και προς τα φανάρια της Γερακινής. Μιλάμε για τμήμα του εθνικού οδικού δικτύου με πολύ κίνηση, ειδικά τους καλοκαιρινούς μήνες. Επίσης εξυπηρετεί τη δωδεκάμηνη κίνηση από και προς το Άγιο Όρος, μέσω Ουρανούπολης και Ιερισσού.
Το ακόμη πιο αδικαιολόγητο είναι πως υπάρχουν κι άλλοι δρόμοι-καρμανιόλες στην Κεντρική Μακεδονία. Χάλια είναι και εκείνος προς Έδεσσα, με πολλά τροχαία στις ευθείες μετά τη Χαλκηδόνα, συχνά ανάμεσα σε επιβατικά αυτοκίνητα και αγροτικά μηχανήματα ή νταλίκες. Τα ίδια περίπου ισχύουν για τον δρόμο του Κιλκίς, που όλο γίνεται και ποτέ δεν τελειώνει. Τα ίδια για την παλαιά ΕΟ προς Βέροια, πριν από την Αλεξάνδρεια. Τα ίδια για τον δρόμο της Επανομής. Και φυσικά τα ίδια για το εσωτερικό δίκτυο σε Σιθωνία και Κασσάνδρα, όπως και για τη διαδρομή που καταλήγει σε Ολυμπιάδα και Σταυρό.
Με απλά λόγια, οι κυριότεροι δρόμοι του λεγόμενου επαρχιακού δικτύου της ΠΚΜ, δηλαδή όσοι δεν χαρακτηρίζονται αυτοκινητόδρομοι, είναι άκρως επικίνδυνοι. Το μεγάλο μειονέκτημα των δρόμων τούτων δεν είναι το περιορισμένο πλάτος τους. Όσοι έχουμε οδηγήσει στην υπόλοιπη Ευρώπη γνωρίζουμε ότι και εκεί η κατάσταση είναι παρόμοια. Μάλιστα σε χώρες όπως η Ιταλία και η Γαλλία τέτοιες διαδρομές χαμηλής ταχύτητας είναι πολύ πιο ευχάριστες, διότι προσφέρουν περισσότερες όμορφες εικόνες.
Αυτό που μας διαφοροποιεί είναι οι τριτοκοσμικές προβλέψεις ασφαλείας. Εν Ελλάδι, ο ασφαλτοτάπητας είναι ολισθηρός και αντανακλά τις ηλιακές ακτίνες· η σήμανση είναι παμπάλαια ή βανδαλισμένη· η διαγράμμιση σβήνεται τάχιστα· κόμβοι και επικίνδυνες στροφές δεν φωτίζονται το βράδυ, είτε επειδή δεν εγκαταστάθηκε ποτέ φωτισμός είτε επειδή έχει κλαπεί η χάλκινη ηλεκτρική σύνδεση. Με άλλα λόγια, ικανοποιητική ασφάλεια εγγυώνται μόνο όσοι δρόμοι έχουν παραχωρηθεί σε ιδιώτες.
Συνεπώς, το πρόβλημα εντοπίζεται σε όσα κομμάτια του οδικού δικτύου υπάγονται στους ΟΤΑ. Ειδικά οι Περιφέρειες δεν διαθέτουν καν το αναγκαίο για στοιχειώδη συντήρηση προσωπικό. Προσπαθούν να ανταπεξέλθουν στις υποχρεώσεις τους με εργολαβίες, ακόμη κι όταν πρόκειται για τον καθαρισμό των υποδομών αποστράγγισης. Όπως καταλαβαίνετε, ακόμη και τα βασικά προϋποθέτουν χρονοβόρες διαδικασίες κρατικών προμηθειών. Αποτέλεσμα; Οι επεμβάσεις να εκτελούνται όταν η κατάσταση έχει πια φτάσει στο απροχώρητο και άρα να είναι ανεπαρκείς.
Εδώ να αναφέρουμε και την καινούργια κακή συνήθεια να αποκαλούνται «αναβάθμιση» εργασίες απλές, όπως το κούρεμα χόρτων, η αντικατάσταση καμένων λαμπτήρων, η απομάκρυνση φερτών υλικών, η επανατοποθέτηση ανακλαστικών πασσάλων κ.ο.κ.
Η κοινωνία αντιμετωπίζει το φαινόμενο μάλλον στωικά. Ο δημόσιος διάλογος έχει σχεδόν εξαντληθεί στα δίκτυα ομβρίων: ως γνωστόν, στη Θεσσαλονίκη οι δήμαρχοι έχουν μόνο την ευθύνη της σχάρας, ενώ η ΕΥΑΘ μόνο την ευθύνη του φρεατίου. Καθώς λοιπόν αγνοείται ο ακριβής καταμερισμός ευθυνών μεταξύ Δήμων, Περιφερειών και Κεντρικής Κυβέρνησης, στο μυαλό των Ελλήνων ευθύνεται αόριστα «το κράτος».
Το τωρινό καθεστώς ασάφειας ευνοεί το πολιτικό σύστημα, αφού διευκολύνει την αποποίηση και μετάθεση ευθυνών. Οι απλοί πολίτες είναι οι χαμένοι της υπόθεσης, μη γνωρίζοντας πού να διαμαρτυρηθούν και σε ποιον να καταλογίσουν τις κακοδαιμονίες όταν έρχονται εκλογές. Αν όμως θέλουμε να διορθωθούν κάποια πράγματα, πρέπει επιτέλους να ξέρουμε ποιος είναι αρμόδιος γι αυτά.