Τέσσερα χρόνια και μια ημέρα, η Ουκρανία ακόμα όρθια

Η ουκρανική ανθεκτικότητα και το ρωσικό στρατηγικό αδιέξοδο

Τέσσερα χρόνια και μια ημέρα, η Ουκρανία ακόμα όρθια
EPA/SERGEY KOZLOV

Τέσσερα χρόνια και μία ημέρα μετά την έναρξη της ρωσικής εισβολής, ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει πάψει προ πολλού να αντιμετωπίζεται ως μια σύγκρουση ταχείας έκβασης. Η αρχική βεβαιότητα περί ρωσικής επικράτησης μέσα σε λίγες εβδομάδες διαψεύστηκε ήδη από την άνοιξη του 2022, όταν η αποτυχία κατάληψης του Κιέβου αποκάλυψε σοβαρές αδυναμίες στον ρωσικό σχεδιασμό και ανέδειξε την ανθεκτικότητα της ουκρανικής κοινωνίας και των ενόπλων δυνάμεων. Έκτοτε, η σύγκρουση εξελίχθηκε σε πόλεμο φθοράς, με σταδιακές μεταβολές στο μέτωπο, υψηλό κόστος σε ανθρώπινες ζωές και εντεινόμενη τεχνολογική διάσταση μέσω της εκτεταμένης χρήσης μη επανδρωμένων συστημάτων.

Η επανεκλογή του Ντόναλντ Τραμπ δημιούργησε την προσδοκία ότι η αμερικανική πολιτική θα μπορούσε να επιταχύνει δραστικά το τέλος του πολέμου, ενδεχομένως με όρους δυσμενείς για το Κίεβο. Η εκτίμηση αυτή βασίστηκε στην πεποίθηση ότι η Ουάσινγκτον διαθέτει τους μοχλούς για να επιβάλει έναν συμβιβασμό και ότι η Μόσχα θα ανταποκρινόταν θετικά σε μια νέα διαπραγματευτική προσέγγιση. Ωστόσο, η πορεία των γεγονότων κατέδειξε πως η ουκρανική ανθεκτικότητα και το ρωσικό στρατηγικό αδιέξοδο διαμορφώνουν ένα πλαίσιο πολύ πιο σύνθετο από μια απλή αλλαγή πολιτικής στον Λευκό Οίκο.

Η ουκρανική ανθεκτικότητα ως μεταβλητή που άλλαξε τους υπολογισμούς

Η πρώτη φάση του πολέμου κατέδειξε ότι οι ρωσικοί σχεδιασμοί βασίστηκαν σε λανθασμένες εκτιμήσεις για την ετοιμότητα και τη συνοχή της Ουκρανίας. Η αποτυχία κατάληψης του Κιέβου, οι ελλείψεις στον ρωσικό συντονισμό συνδυασμένων όπλων και τα προβλήματα εφοδιαστικής αλυσίδας δημιούργησαν τον χώρο για ουκρανική ανασυγκρότηση. Με την πάροδο του χρόνου, το Κίεβο, υπό τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι, κατόρθωσε να μετατρέψει την αρχική άμυνα επιβίωσης σε πιο σύνθετη στρατηγική φθοράς.

Η δυτική βοήθεια υπήρξε καθοριστική, ιδίως σε ό,τι αφορά τα αντιαεροπορικά συστήματα, την παροχή πληροφοριών και τα πυρομαχικά ακριβείας. Κατά την προηγούμενη τετραετία, η διοίκηση του Τζο Μπάιντεν είχε διαμορφώσει ένα εκτεταμένο πλέγμα στήριξης, το οποίο συνέβαλε στη σταθεροποίηση του μετώπου μετά το αρχικό σοκ. Παρά ταύτα, η ουκρανική ανθεκτικότητα δεν εξαντλείται στη δυτική βοήθεια. Το 2024 και το 2025 χαρακτηρίστηκαν από ταχεία ανάπτυξη εγχώριας παραγωγής μη επανδρωμένων αεροχημάτων, από ευρεία χρήση drones για αναγνώριση και πλήγματα, καθώς και από βελτίωση της διασύνδεσης πληροφοριών και πυρών.

Ο πόλεμος μετατοπίστηκε σε μεγάλο βαθμό προς μια τεχνολογική αναμέτρηση χαμηλού κόστους μονάδας και υψηλής φθοράς, όπου η προσαρμοστικότητα και η ταχύτητα καινοτομίας αποδείχθηκαν κρίσιμες. Η Ουκρανία κατόρθωσε να πλήττει στόχους σε βάθος, να αποδιοργανώνει ρωσικές γραμμές ανεφοδιασμού και να διατηρεί την πρωτοβουλία σε επιμέρους τομείς, ακόμη και όταν αντιμετώπιζε αριθμητική υπεροχή. Αυτή η εξέλιξη ενίσχυσε την αυτοπεποίθηση της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας, η οποία γνωρίζει ότι μια συμφωνία χωρίς αξιόπιστες εγγυήσεις ασφάλειας θα άφηνε τη χώρα εκτεθειμένη σε μελλοντικές πιέσεις.

Η κοινωνική διάσταση έχει εξίσου βαρύνουσα σημασία. Οι επιθέσεις σε αστικές υποδομές και η εμπειρία παρατεταμένης πολιορκίας σε πολλές περιοχές ενίσχυσαν το αίσθημα εθνικής συσπείρωσης. Η πολιτική ηγεσία δεν μπορεί να αγνοήσει αυτή τη δυναμική, διότι οποιαδήποτε παραχώρηση που θα εκλαμβανόταν ως υποχώρηση χωρίς ανταλλάγματα θα είχε εσωτερικό κόστος. Κατά συνέπεια, οι εξωτερικές πιέσεις, ακόμη και αν προέρχονται από τον βασικό σύμμαχο, συναντούν όρια που καθορίζονται από την ίδια την ουκρανική κοινωνία.

Το ρωσικό στρατηγικό αδιέξοδο

Από την άλλη πλευρά, η Ρωσία υπό τον Βλαντίμιρ Πούτιν προσαρμόστηκε σε πόλεμο διάρκειας, επενδύοντας σε αυξημένη στρατιωτική παραγωγή και σε τακτικές μαζικού πυροβολικού. Παρά τις επιμέρους επιτυχίες στο πεδίο, η Μόσχα δεν πέτυχε τον αρχικό πολιτικό της στόχο, δηλαδή την ταχεία ανατροπή της ουκρανικής ηγεσίας και την επιβολή ενός καθεστώτος ελέγχου στο Κίεβο. Η παρατεταμένη σύγκρουση οδήγησε σε σημαντικό ανθρώπινο και οικονομικό κόστος, καθώς και σε διεθνή απομόνωση σε μεγάλο μέρος του δυτικού κόσμου.

Το στρατηγικό αδιέξοδο της Ρωσίας έγκειται στο ότι, ενώ μπορεί να διατηρεί πίεση στο μέτωπο και να επιτυγχάνει σταδιακές προελάσεις, δεν έχει κατορθώσει να μετατρέψει αυτές τις τακτικές επιτυχίες σε καθοριστικό πολιτικό αποτέλεσμα. Η επιδίωξη αναδιάταξης της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής ασφάλειας, με αναγνώριση ρωσικής ζώνης επιρροής, παραμένει αμφισβητούμενη από τη Δύση. Η Μόσχα ποντάρει στη μακροχρόνια φθορά και στην πιθανή κόπωση των δυτικών κοινωνιών, αλλά αυτή η στρατηγική απαιτεί χρόνο και συνεχή αντοχή.

Σε αυτό το πλαίσιο, η επιστροφή Τραμπ εκλήφθηκε ως ευκαιρία για ευνοϊκότερη διαπραγμάτευση. Ωστόσο, μια συμφωνία που απλώς θα παγίωνε τις γραμμές χωρίς να εξασφαλίζει σαφείς εγγυήσεις για τον ρόλο της Ουκρανίας στο ευρωπαϊκό σύστημα ασφάλειας δεν ανταποκρίνεται πλήρως στις ρωσικές επιδιώξεις. Το αποτέλεσμα είναι μια κατάσταση όπου καμία πλευρά δεν επιτυγχάνει τον μέγιστο στόχο της, ενώ το κόστος συσσωρεύεται.

Η αμερικανική πολιτική και τα όριά της

Η προεδρία Τραμπ σηματοδότησε μετατόπιση από την προσέγγιση της διοίκησης Μπάιντεν, η οποία είχε επενδύσει σε σταθερή και εκτεταμένη υποστήριξη προς την Ουκρανία. Ο Τραμπ έθεσε στο επίκεντρο την ανάγκη διαπραγμάτευσης και τη μείωση του οικονομικού βάρους για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η ρητορική του υπογράμμισε την επιθυμία για ταχεία συμφωνία, βασισμένη σε προσωπικές επαφές και ανταλλάγματα.

Εντούτοις, η υλοποίηση αυτής της προσέγγισης συνάντησε θεσμικά και γεωπολιτικά όρια. Το Κογκρέσο παραμένει διχασμένο ως προς την έκταση της βοήθειας, ενώ οι ευρωπαϊκές χώρες εξακολουθούν να θεωρούν τη ρωσική επιθετικότητα άμεση απειλή. Μια απότομη αποστασιοποίηση της Ουάσινγκτον θα επηρέαζε την αξιοπιστία των ΗΠΑ σε παγκόσμιο επίπεδο και θα είχε συνέπειες πέραν της ουκρανικής σύγκρουσης.

Σε επιχειρησιακό επίπεδο, η μείωση ή αναδιάταξη της αμερικανικής βοήθειας δεν προκάλεσε άμεση κατάρρευση του ουκρανικού μετώπου. Η φύση του πολέμου φθοράς συνεπάγεται ότι οι μεταβολές στους συσχετισμούς εκδηλώνονται σταδιακά. Η Ουκρανία, έχοντας αναπτύξει εσωτερικές ικανότητες και δίκτυα υποστήριξης, δεν εξαρτάται αποκλειστικά από έναν εξωτερικό δρώντα, ακόμη και αν αυτός παραμένει καθοριστικός.

Οι προοπτικές επιβολής και τα σενάρια τερματισμού

Το ερώτημα αν ο Τραμπ μπορεί να επιβάλει τη θέλησή του στην Ουκρανία προϋποθέτει ότι διαθέτει καθοριστικό μοχλό πίεσης. Στην πράξη, οι επιλογές του κινούνται ανάμεσα σε περικοπή της βοήθειας με στόχο την επιτάχυνση διαπραγματεύσεων, σε άσκηση πίεσης προς τη Ρωσία μέσω κυρώσεων και ανταλλαγμάτων, ή σε επιδίωξη παγώματος της σύγκρουσης με προσωρινή σταθεροποίηση γραμμών.

Η πρώτη επιλογή ενέχει τον κίνδυνο ευρύτερης αποσταθεροποίησης και θα μπορούσε να οδηγήσει σε μεγαλύτερη ρωσική προέλαση, με απρόβλεπτες συνέπειες. Η δεύτερη απαιτεί από τη Μόσχα να αποδεχθεί συμφωνία που δεν ικανοποιεί πλήρως τους στόχους της. Η τρίτη εμφανίζεται πιο ρεαλιστική βραχυπρόθεσμα, αλλά αφήνει άλυτα τα θεμελιώδη ζητήματα ασφάλειας που προκάλεσαν τη σύγκρουση.

Τέσσερα χρόνια και μία ημέρα μετά, η ουκρανική ανθεκτικότητα και το ρωσικό στρατηγικό αδιέξοδο καθορίζουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται η αμερικανική πολιτική. Η επιρροή της Ουάσινγκτον παραμένει σημαντική, αλλά δεν είναι απεριόριστη. Σε έναν πόλεμο όπου η κοινωνική βούληση, η βιομηχανική παραγωγή και η τεχνολογική καινοτομία διαμορφώνουν την ισορροπία, καμία προεδρική αλλαγή δεν αρκεί από μόνη της για να επιβάλει το τέλος.