Ποιος ορίζει τι είναι ερώτηση;
Η προστασία του δημοσιογραφικού λειτουργήματος δεν είναι συντεχνιακό αίτημα, είναι όρος λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος
Η αντιπαράθεση του Παύλου Μαρινάκη με τον Χρήστο Αβραμίδη και κυρίως η μετέπειτα προσπάθεια υποβάθμισής της δεν αποτελεί απλώς ένα επικοινωνιακό επεισόδιο. Αγγίζει τον πυρήνα του συνταγματικά κατοχυρωμένου δημοσιογραφικού λειτουργήματος. Όταν ο κυβερνητικός εκπρόσωπος δηλώνει ότι «δεν υπήρξε ούτε απειλή ούτε ερώτηση» και ότι μια δημοσιογραφική διατύπωση μπορεί να συνιστά ενδεχομένως «συκοφαντική δυσφήμιση» ή «διασπορά ψευδών ειδήσεων», μετατοπίζει το ζήτημα από την υποχρέωση λογοδοσίας της κυβέρνησης στο δικαίωμα του κρατικού αξιωματούχου να κρίνει τη νομιμότητα της ερώτησης.
Το ελληνικό Σύνταγμα δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνειών. Προς ενημέρωση κάθε ενδιαφερόμενου, κάποιου κυβερνητικού εκπροσώπου ή μη, το άρθρο 14 κατοχυρώνει την ελευθερία του Τύπου ως θεσμική εγγύηση και όχι ως επαγγελματικό προνόμιο. Το άρθρο 5Α κατοχυρώνει το δικαίωμα στην πληροφόρηση, το οποίο δεν αφορά μόνο τον πολίτη που ενημερώνεται, αλλά και τον δημοσιογράφο που αναζητά και μεταδίδει πληροφορίες. Η προστασία αυτή συμπληρώνεται από το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, καθώς και από τη σταθερή νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, σύμφωνα με την οποία ο δημοσιογράφος λειτουργεί ως «public watchdog»* και απολαμβάνει αυξημένη προστασία όταν ασκεί έλεγχο σε κυβερνητικούς φορείς.
Σε αυτό το πλαίσιο, η επίκληση πιθανών ποινικών ή αστικών συνεπειών απέναντι σε μια ερώτηση δεν είναι μια ουδέτερη υπενθύμιση δικαιωμάτων. Όταν προέρχεται από τον επίσημο εκφραστή της κυβέρνησης προς έναν δημοσιογράφο κατά τη διάρκεια θεσμικής ενημέρωσης, δημιουργεί αντικειμενικά αποτρεπτικό αποτέλεσμα. Το λεγόμενο chilling effect δεν είναι ζήτημα πρόθεσης αλλά αποτελέσματος, δηλαδή ο δημοσιογράφος που γνωρίζει ότι η επόμενη ερώτηση μπορεί να χαρακτηριστεί «αδίκημα» θα την επαναδιατυπώσει, θα τη μετριάσει ή δεν θα την υποβάλει ποτέ. Έτσι περιορίζεται στην πράξη το δικαίωμα της κοινωνίας στην πληροφόρηση.
Η αντίφαση γίνεται ακόμη εντονότερη αν ληφθεί υπόψη η παρουσία του κ. Μαρινάκη σε ημερίδα του Υπουργείου Παιδείας για τα fake news και την καλλιέργεια κριτικών αναγνωστών. Η κριτική ανάγνωση της πληροφορίας προϋποθέτει ελεύθερες ερωτήσεις προς την κυβέρνηση, όχι την αξιολόγηση των ερωτήσεων από την κυβέρνηση.
Το «φαινόμενο» Κάρολαϊν Λέβιτ
Η σύγκριση με την Κάρολαϊν Λέβιτ είναι αναπόφευκτη, ωστόσο δεν αναδεικνύει ένα καλύτερο πρότυπο, αλλά τη μίμηση ενός επιθετικού ύφους χωρίς τις αντίστοιχες θεσμικές εγγυήσεις. Η Λέβιτ έχει κατηγορηθεί επανειλημμένα για επιθετική αντιμετώπιση δημοσιογράφων, για προσπάθεια απαξίωσης ερωτήσεων, για χαρακτηρισμούς που μετατρέπουν τη θεσμική ενημέρωση σε πεδίο σύγκρουσης και για ρητορικές που μετακινούν τη συζήτηση από την απάντηση στο ποιος «δικαιούται» να ρωτά. Όταν όμως το ίδιο ύφος μεταφέρεται αυτούσιο σε ένα περιβάλλον με επικίνδυνα χαμηλό επίπεδο προστασίας της δημοσιογραφίας, παύει να είναι απλώς επιθετική επικοινωνία και μετατρέπεται σε μήνυμα αποτροπής. Εκεί η μίμηση δεν παράγει «σκληρή ενημέρωση», γιατί συνοδεύεται από την πραγματική δυνατότητα πολιτικής και νομικής πίεσης προς τον δημοσιογράφο.
Τελικά, ποιος ορίζει τι είναι ερώτηση;
Αν μη τι άλλο, αυτό που δεν επιδέχεται καμίας αμφιβολίας είναι ότι ο κυβερνητικός εκπρόσωπος δεν έχει την αρμοδιότητα να πιστοποιεί τι συνιστά ερώτηση. Η υποχρέωσή του είναι να απαντά στο πλαίσιο που ορίζουν το Σύνταγμα και το ευρωπαϊκό δίκαιο. Η προστασία του δημοσιογραφικού λειτουργήματος δεν είναι συντεχνιακό αίτημα. Είναι όρος λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος. Και το Μέγαρο Μαξίμου έχει την ευθύνη να υπερασπίζεται αυτό το πλαίσιο, όχι να το ανέχεται όταν παραβιάζεται.
Η δημοκρατία δεν δοκιμάζεται όταν τίθενται δύσκολες ερωτήσεις. Δοκιμάζεται όταν ο επίσημος εκπρόσωπος της κυβέρνησης επιχειρεί να τις επαναπροσδιορίσει ως πρόβλημα.