Όταν η τάξη μετατρέπεται σε θανατηφόρο πεδίο βίας
Η αθέατη κρίση αυθεντίας στο ελληνικό σχολείο και η ανάγκη προστασίας των εκπαιδευτικών
Ο θάνατος μιας εκπαιδευτικού στη Θεσσαλονίκη, ύστερα από εγκεφαλικό επεισόδιο, προκάλεσε έντονη συγκίνηση και δημόσια συζήτηση. Οι πληροφορίες που κυκλοφόρησαν μετά το γεγονός, σύμφωνα με τις οποίες η καθηγήτρια δεχόταν πίεση ή ακόμη και εκφοβισμό μέσα στο σχολικό περιβάλλον, δεν έχουν επιβεβαιωθεί πλήρως και ίσως παραμείνουν για καιρό αντικείμενο αντιπαράθεσης. Ωστόσο το περιστατικό άγγιξε ένα νεύρο της κοινωνίας, διότι φέρνει στο προσκήνιο μια πραγματικότητα που πολλοί εκπαιδευτικοί αναγνωρίζουν αλλά σπάνια συζητείται ανοιχτά: σε αρκετές σχολικές τάξεις της χώρας, η καθημερινότητα γίνεται όλο και πιο δύσκολη για όσους διδάσκουν.
Η δημόσια συζήτηση γύρω από τέτοια περιστατικά κινείται συχνά ανάμεσα σε δύο απλοποιήσεις. Η μία αποδίδει την ένταση αποκλειστικά στη συμπεριφορά των μαθητών, ενώ η άλλη υποστηρίζει ότι το πρόβλημα προκύπτει από την αδυναμία των εκπαιδευτικών να διαχειριστούν μια πιο ελεύθερη και δημοκρατική τάξη. Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη, διότι η σύγχρονη σχολική τάξη αποτελεί μικρογραφία της κοινωνίας. Στο ίδιο περιβάλλον συνυπάρχουν μαθητές με διαφορετικά οικογενειακά βιώματα, με νευροαναπτυξιακές δυσκολίες ή με έντονη ανάγκη για αναγνώριση από την ομάδα των συνομηλίκων τους. Ο εκπαιδευτικός καλείται να διδάξει, να διαχειριστεί συγκρούσεις και να υποστηρίξει παιδιά που συχνά φέρουν βάρη μεγαλύτερα από την ηλικία τους.
Μέσα σε αυτή τη συνθήκη αναδύεται μια βαθύτερη κρίση. Η τάξη μετατρέπεται σταδιακά σε χώρο όπου η αυθεντία του εκπαιδευτικού αμφισβητείται, άλλοτε ανοιχτά και άλλοτε μέσα από καθημερινές μικροεντάσεις. Η κρίση αυτή δεν αφορά μόνο τη συμπεριφορά των μαθητών αλλά τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται το σχολείο και τον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία αντιλαμβάνεται τον ρόλο του δασκάλου.
Η αθέατη ιεραρχία των μαθημάτων, ως πηγή προκαταλήψεων
Η σχολική τάξη λειτουργεί με μια άτυπη αλλά ισχυρή ιεραρχία γνωστικών αντικειμένων. Στην κορυφή βρίσκονται τα μαθήματα που συνδέονται με τις πανελλαδικές εξετάσεις ή θεωρούνται θεμελιώδη για τη σχολική επιτυχία. Τα φιλολογικά μαθήματα, τα μαθηματικά και οι φυσικές επιστήμες καταλαμβάνουν αυτό το συμβολικό ύψωμα, το οποίο ενισχύεται από την πίεση των γονέων και από τη λογική του εξεταστικού συστήματος. Στον αντίποδα βρίσκονται τα αντικείμενα που αντιμετωπίζονται ως λιγότερο κρίσιμα, όπως οι ξένες γλώσσες, η φυσική αγωγή ή τα καλλιτεχνικά.
Η διάκριση αυτή δεν επηρεάζει μόνο τη σχολική επίδοση. Επηρεάζει και την ίδια τη συμπεριφορά των μαθητών μέσα στην τάξη. Σε ένα μάθημα που θεωρείται καθοριστικό για το μέλλον τους, οι μαθητές γνωρίζουν ότι η απειθαρχία έχει άμεσο κόστος. Οι βαθμοί, οι εξετάσεις και η πίεση των γονέων δημιουργούν ένα πλέγμα προσδοκιών που συγκρατεί τις εντάσεις. Σε μαθήματα που θεωρούνται δευτερεύοντα, η αίσθηση αυτής της πίεσης μειώνεται και η τάξη χαλαρώνει. Εκεί εμφανίζονται συχνότερα οι φωνές, οι διακοπές, οι ειρωνείες και οι μικρές πράξεις αμφισβήτησης.
Η ιεραρχία αυτή δημιουργεί μια συμβολική αποδυνάμωση του εκπαιδευτικού που διδάσκει τα λεγόμενα δευτερεύοντα αντικείμενα. Ο καθηγητής ή η καθηγήτρια καλείται να διατηρήσει την πειθαρχία σε ένα περιβάλλον όπου το ίδιο το σχολικό σύστημα έχει ήδη μεταφέρει το μήνυμα ότι το μάθημα δεν έχει ιδιαίτερη βαρύτητα. Έτσι η καθημερινότητα της τάξης αποκτά μια ιδιόμορφη ασυμμετρία. Οι μαθητές προσαρμόζουν τη συμπεριφορά τους ανάλογα με το μάθημα, ενώ ο εκπαιδευτικός προσπαθεί να διατηρήσει μια σταθερή παιδαγωγική σχέση σε ένα πλαίσιο που μεταβάλλεται συνεχώς.
Η εικόνα αυτή συνδέεται και με μια δεύτερη διάσταση που παραμένει συχνά αόρατη. Σε αρκετές περιπτώσεις η στάση των μαθητών επηρεάζεται από έμφυλα στερεότυπα. Το ελληνικό σχολείο είναι σε μεγάλο βαθμό επαγγελματικά εστιασμένο, αφού η πλειονότητα των εκπαιδευτικών είναι γυναίκες. Ταυτόχρονα η κοινωνική αντίληψη για την πειθαρχική αυθεντία παραμένει σε κάποιο βαθμό συνδεδεμένη με ανδρικά πρότυπα εξουσίας. Όταν μια γυναίκα εκπαιδευτικός επιδιώκει να επιβάλει κανόνες, συναντά συχνά μια πιο έντονη αμφισβήτηση από εκείνη που θα αντιμετώπιζε ένας άνδρας συνάδελφός της. Το φαινόμενο δεν εμφανίζεται παντού ούτε με την ίδια ένταση, αλλά καταγράφεται σε αρκετές μελέτες και μαρτυρίες εκπαιδευτικών.
Η έμφυλη διάσταση δεν λειτουργεί απομονωμένα. Συνδυάζεται με την ιεραρχία των μαθημάτων και με την ηλικιακή δυναμική της εφηβείας. Σε μια τάξη όπου το μάθημα θεωρείται δευτερεύον και ο εκπαιδευτικός ανήκει σε μια κοινωνική ομάδα που αντιμετωπίζεται στερεοτυπικά ως λιγότερο αυστηρή, η πιθανότητα αμφισβήτησης αυξάνεται. Η καθημερινότητα της τάξης μετατρέπεται τότε σε μια διαρκή διαπραγμάτευση κανόνων.
Η σύγχρονη τάξη και η κοινωνική πολυπλοκότητα που κρύβεται εντός της
Η δυσκολία διαχείρισης της σχολικής τάξης συνδέεται και με μια βαθύτερη αλλαγή στη σύνθεση του μαθητικού πληθυσμού. Στις τάξεις των ελληνικών σχολείων βρίσκονται πλέον μαθητές με πολύ διαφορετικές εμπειρίες ζωής και με διαφορετικές μαθησιακές ανάγκες. Πολλά παιδιά εμφανίζουν συμπτώματα ΔΕΠΥ ή άλλων νευροαναπτυξιακών δυσκολιών, ενώ άλλα κουβαλούν ένταση από οικογενειακά περιβάλλοντα όπου η οικονομική πίεση ή οι συγκρούσεις αποτελούν καθημερινότητα. Η σχολική τάξη γίνεται έτσι χώρος συνάντησης πολλών διαφορετικών ιστοριών.
Σε αυτές τις συνθήκες η επιθετική συμπεριφορά συχνά λειτουργεί ως τρόπος έκφρασης ή ως μέσο διεκδίκησης προσοχής. Ένας μαθητής που δυσκολεύεται να παρακολουθήσει το μάθημα ή να συγκεντρωθεί μπορεί να αναζητήσει κύρος μέσα από την πρόκληση. Η τάξη μετατρέπεται σε σκηνή όπου η αντίδραση γίνεται εργαλείο κοινωνικής ορατότητας. Η δυναμική αυτή ενισχύεται όταν η ομάδα των συνομηλίκων ανταμείβει την προκλητική συμπεριφορά με γέλιο ή επιδοκιμασία.
Ο εκπαιδευτικός βρίσκεται τότε αντιμέτωπος με μια σύνθετη κατάσταση. Από τη μία πλευρά οφείλει να προστατεύσει το δικαίωμα της τάξης να μάθει. Από την άλλη πλευρά πρέπει να αναγνωρίσει ότι ο μαθητής που προκαλεί δεν λειτουργεί πάντα από πρόθεση σύγκρουσης. Συχνά εκφράζει μια δυσκολία που δεν μπορεί να διατυπωθεί με λόγια. Η διαχείριση αυτής της έντασης απαιτεί χρόνο, εμπειρία και υποστήριξη από ειδικούς.
Στην Ελλάδα όμως οι υποστηρικτικές δομές παραμένουν περιορισμένες. Οι σχολικοί ψυχολόγοι και οι κοινωνικοί λειτουργοί δεν βρίσκονται σε όλα τα σχολεία σε μόνιμη βάση. Ο εκπαιδευτικός καλείται συχνά να αντιμετωπίσει μόνος του καταστάσεις που θα απαιτούσαν διεπιστημονική συνεργασία. Η έλλειψη αυτής της υποστήριξης εντείνει την αίσθηση μοναξιάς που περιγράφουν πολλοί καθηγητές.
Η δυσκολία αυτή επιτείνεται από έναν ακόμη παράγοντα που άλλαξε ριζικά το σχολικό περιβάλλον τα τελευταία χρόνια. Τα κινητά τηλέφωνα και τα κοινωνικά δίκτυα εισήγαγαν μια νέα μορφή δημόσιας έκθεσης μέσα στην τάξη. Η πιθανότητα καταγραφής ενός επεισοδίου και η διάδοσή του στο διαδίκτυο δημιουργεί ένα κλίμα επιφυλακτικότητας. Η σχολική σύγκρουση μπορεί πλέον να μετατραπεί σε δημόσιο θέαμα μέσα σε λίγα λεπτά.
Μπροστά σε αυτή τη σύνθετη πραγματικότητα, η συζήτηση για την προστασία των εκπαιδευτικών δεν μπορεί να περιοριστεί σε απλές λύσεις. Απαιτεί μια συνολική επανεξέταση του τρόπου με τον οποίο οργανώνεται το σχολείο και του τρόπου με τον οποίο η πολιτεία στηρίζει όσους εργάζονται σε αυτό.
Πρώτο βήμα αποτελεί η θεσμική αναγνώριση του εκφοβισμού κατά εκπαιδευτικών ως πραγματικού προβλήματος. Η συστηματική καταγραφή περιστατικών θα επέτρεπε στο εκπαιδευτικό σύστημα να κατανοήσει την έκταση του φαινομένου και να σχεδιάσει παρεμβάσεις. Παράλληλα τα σχολεία χρειάζονται σαφή πρωτόκολλα διαχείρισης κρίσεων ώστε ο εκπαιδευτικός να γνωρίζει ότι δεν θα μείνει μόνος σε μια δύσκολη στιγμή.
Εξίσου σημαντική είναι η ενίσχυση των υποστηρικτικών δομών. Η παρουσία ψυχολόγων και κοινωνικών λειτουργών σε μόνιμη βάση μπορεί να μετατρέψει το σχολείο από χώρο διαχείρισης κρίσεων σε χώρο πρόληψης. Όταν οι μαθητές έχουν πρόσβαση σε ανθρώπους που μπορούν να ακούσουν τις δυσκολίες τους, η ένταση μειώνεται και οι συγκρούσεις γίνονται λιγότερο συχνές.
Τέλος χρειάζεται μια πολιτισμική μετατόπιση στον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία αντιλαμβάνεται τον ρόλο του εκπαιδευτικού. Το σχολείο δεν λειτουργεί ως υπηρεσία όπου ο μαθητής είναι πελάτης και ο καθηγητής πάροχος γνώσης. Πρόκειται για κοινότητα μάθησης όπου όλοι οι συμμετέχοντες έχουν δικαιώματα και υποχρεώσεις. Η αποκατάσταση αυτής της ισορροπίας αποτελεί προϋπόθεση για να μπορέσει η τάξη να λειτουργήσει ξανά ως χώρος συνεργασίας και όχι ως πεδίο σύγκρουσης.
Η συζήτηση που άνοιξε μετά το τραγικό περιστατικό στη Θεσσαλονίκη ίσως αποτελέσει αφορμή για μια πιο ουσιαστική αναμέτρηση με τα προβλήματα της σχολικής καθημερινότητας. Το ελληνικό σχολείο εξακολουθεί να στηρίζεται σε εκπαιδευτικούς που εργάζονται με αφοσίωση και συχνά με ελάχιστη θεσμική στήριξη. Η προστασία τους δεν αποτελεί μόνο ένα μείζον ζήτημα επαγγελματικής αξιοπρέπειας, αλλά συνδέεται άμεσα με την ποιότητα της εκπαίδευσης και με το δικαίωμα των μαθητών να βρίσκονται σε μια τάξη όπου η γνώση μπορεί να αναπτυχθεί χωρίς φόβο, βια και ένταση.