Μνήμη, δημοσιογραφία και το όριο της ισοτιμίας

Όταν η ιστορική καταγραφή συναντά την ηθική ευθύνη απέναντι στα θύματα της τρομοκρατίας

Μνήμη, δημοσιογραφία και το όριο της ισοτιμίας

Η συζήτηση που προκλήθηκε από την επιλογή του Αλέξη Παπαχελά να συμπεριλάβει συνέντευξη του Δημήτρη Κουφοντίνα σε ντοκιμαντέρ για τη δράση της 17 Νοέμβρη αγγίζει καίρια τον τρόπο με τον οποίο μια δημοκρατία διαχειρίζεται τη μνήμη της πολιτικής βίας και, ταυτόχρονα, τα όρια που θέτει στον εαυτό της όταν καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην ελευθερία της έρευνας και στην ηθική ευθύνη απέναντι στους νεκρούς.

Μια εύκολη προσέγγιση θα ήταν να παρουσιαστεί το θέμα ως δίλημμα ανάμεσα στην ελευθερία του λόγου και στη λογοκρισία. Ωστόσο, η πραγματική ένταση δεν βρίσκεται εκεί, καθώς κανείς δεν ζητάει στα σοβαρά τη λογοκρισία της έρευνας, ούτε αμφισβητεί το δικαίωμα ενός δημοσιογράφου να εκθέτει και να συνομιλεί ακόμη και με τους πλέον σκοτεινούς πρωταγωνιστές της Ιστορίας. Το ζήτημα όμως δεν παύει να αφορά τη δεοντολογία της επιλογής, το κύρος που προσδίδεται μέσα από την τηλεοπτική αφήγηση και τη συμβολική ισοτιμία που ενδέχεται να παραχθεί όταν ο αμετανόητος δράστης εντάσσεται στον ίδιο αφηγηματικό χώρο με τα θύματα και τους θεσμικούς παράγοντες της εποχής.

Η Επαναστατική Οργάνωση 17 Νοέμβρη υπήρξε ένα από τα πιο τραυματικά φαινόμενα της Μεταπολίτευσης. Σε μια περίοδο κατά την οποία η χώρα επιχειρούσε να σταθεροποιήσει τη δημοκρατική της πορεία, η οργάνωση επέλεξε να εγκαθιδρύσει μια μορφή αυτοδικίας με πολιτικό ένδυμα. Οι δολοφονίες, που συνοδεύονταν από προκηρύξεις με ιδεολογικό περιεχόμενο, επιδίωκαν να αποδώσουν στις πράξεις μια δήθεν πολιτική νομιμοποίηση. Η δικαστική αποτίμηση υπήρξε σαφής, καθώς η δράση της αντιμετωπίστηκε ως εγκληματική και όχι ως εναλλακτική μορφή πολιτικής αντιπαράθεσης.

Η δημόσια εμφάνιση του Δημήτρης Κουφοντίνας σε ένα σύγχρονο ντοκιμαντέρ, εφόσον πραγματοποιείται χωρίς μεταμέλεια εκ μέρους του, εγείρει ένα ζήτημα που υπερβαίνει την απλή καταγραφή. Η μαρτυρία ενός καταδικασμένου δολοφόνου, όταν παρουσιάζεται σε ένα περιβάλλον υψηλής αισθητικής και με αφηγηματική βαρύτητα, παύει να αποτελεί απλώς τεκμήριο. Αποκτά υπόσταση ως εκδοχή της Ιστορίας. Και ακριβώς εκεί εντοπίζεται η ένσταση όσων θεωρούν ότι το πρόβλημα δεν είναι μεθοδολογικό αλλά ουσιαστικό.

Μπροστά σε μια ψευδή ισοτιμία και η ηθική ιεράρχηση που ανακύπτει

Η δημοσιογραφία, ιδίως όταν φιλοδοξεί να είναι ερευνητική και ιστορική, επιδιώκει να συγκεντρώνει όλες τις διαθέσιμες πηγές. Η λογική αυτή, που στηρίζεται στην πληρότητα της τεκμηρίωσης, έχει ισχυρή παράδοση σε ώριμες δημοκρατίες. Ωστόσο, η ισότητα της ακρόασης δεν συνεπάγεται και ισότητα ηθικού βάρους. Όταν η τηλεοπτική αφήγηση τοποθετεί στον ίδιο αφηγηματικό άξονα τον δράστη, τα θύματα και τους θεσμικούς παράγοντες, δημιουργείται μια εντύπωση συμμετρίας, ακόμη και αν αυτή δεν αποτελεί πρόθεση του δημιουργού.

Η συμμετρία αυτή είναι προβληματική, επειδή ο δράστης της τρομοκρατίας δεν υπήρξε πολιτικός συνομιλητής που ηττήθηκε σε μια ιδεολογική σύγκρουση. Επέλεξε τη βία ως μέσο επιβολής και αρνήθηκε τον διάλογο ως αρχή. Η δημοκρατία θεμελιώνεται στην αναγνώριση του αντιπάλου ως ισότιμου φορέα λόγου, ενώ η τρομοκρατία θεμελιώνεται στην εξόντωσή του. Όταν, λοιπόν, ο φορέας αυτής της επιλογής επανέρχεται ως αφηγητής, η ισοτιμία της παρουσίασης δεν είναι ουδέτερη πράξη, αλλά συμβολική αναβάθμιση.

Η ένσταση που διατυπώνεται από συγγενείς θυμάτων, οι οποίοι μιλούν για «επιτυχία» του Κουφοντίνα και όχι για δημοσιογραφική επιτυχία, μπορεί να φαίνεται υπερβολική σε όσους προσεγγίζουν το θέμα αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα της ελευθερίας του λόγου. Αν, όμως, εξεταστεί υπό το φως της πολιτικής επικοινωνίας, αποκτά άλλη διάσταση. Η τρομοκρατία, ιστορικά, επιδίωκε τη δημοσιότητα. Οι προκηρύξεις της 17 Νοέμβρη δεν απευθύνονταν μόνο στους άμεσους αποδέκτες των πράξεων, αλλά στο ευρύτερο κοινό, προκειμένου να οικοδομηθεί ένα αφήγημα πολιτικής σημασίας. Η μεταγενέστερη δημόσια αφήγηση από τον ίδιο τον δράστη λειτουργεί ως συνέχεια αυτής της προσπάθειας, έστω και σε διαφορετικές συνθήκες.

Το επιχείρημα ότι η δημοκρατία οφείλει να ακούει ακόμη και τους εχθρούς της είναι ισχυρό, εφόσον αφορά την προστασία από την κρατική φίμωση. Όταν, όμως, μεταφέρεται στο πεδίο της δημοσιογραφικής επιλογής, χρειάζεται λεπτότερη στάθμιση. Η παροχή δημόσιου βήματος δεν ταυτίζεται με την ανοχή. Αποτελεί πράξη ανάδειξης. Η τηλεοπτική εικόνα, με τη δύναμη που διαθέτει να παράγει κύρος και συναισθηματική συμμετοχή, δεν είναι απλός σωλήνας μετάδοσης πληροφοριών. Διαμορφώνει το πλαίσιο μέσα στο οποίο τα πρόσωπα αποκτούν ιστορική υπόσταση.

Η έννοια της ηθικής ιεράρχησης είναι κρίσιμη. Σε μια δημοκρατία, οι θεσμοί, τα θύματα και οι πολίτες που υπερασπίζονται τον νόμο δεν βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο με όσους επιλέγουν τη δολοφονία ως πολιτικό εργαλείο. Η ιστορική κατανόηση μπορεί να αναζητεί τα αίτια, να ερμηνεύει το κοινωνικό υπόβαθρο και να εξετάζει τις ιδεολογικές διαδρομές, χωρίς να αποδίδει στον δράστη ισοτιμία λόγου με τα θύματα ή με τους θεσμούς.

Η μνήμη των θυμάτων και η ευθύνη της δημόσιας σφαίρας

Το δεύτερο επίπεδο της συζήτησης αφορά τη μνήμη. Η Μεταπολίτευση αποτελεί για την ελληνική κοινωνία ένα κεφάλαιο δημοκρατικής αυτοσυνείδησης, μέσα στο οποίο η τρομοκρατία της 17 Νοέμβρη παραμένει σκοτεινή σκιά. Η δημόσια επαναφορά του αμετανόητου δράστη δεν είναι απλώς μια πράξη ιστορικής τεκμηρίωσης. Συνιστά παρέμβαση στον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία θυμάται.

Οι συγγενείς των θυμάτων δεν αντιδρούν μόνο από προσωπικό πόνο, αλλά και από την αίσθηση ότι η δημόσια σκηνή αποδίδει στον δολοφόνο έναν ρόλο που υπερβαίνει εκείνον του καταδικασμένου εγκληματία. Όταν η αφήγηση παρουσιάζεται με κινηματογραφική ποιότητα, η εικόνα παράγει δραματικότητα και βάθος. Η αισθητική επεξεργασία μπορεί, άθελά της, να προσδώσει στον ομιλητή ένα στοιχείο τραγικότητας ή ιστορικής σημασίας που αλλοιώνει την αρχική ηθική αξιολόγηση.

Η ιστορία της τρομοκρατίας δεν μπορεί να διαγραφεί ούτε να παραμείνει στο περιθώριο. Η ερευνητική δημοσιογραφία οφείλει να φωτίζει τις πτυχές της. Το ερώτημα αφορά το αν η προσωπική μαρτυρία του αμετανόητου δράστη αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση αυτής της κατανόησης. Τα δικαστικά έγγραφα, οι προκηρύξεις, οι αναλύσεις και οι μαρτυρίες των θυμάτων παρέχουν ήδη επαρκές υλικό για τη μελέτη του φαινομένου. Η επιλογή της άμεσης συνέντευξης δεν είναι η μόνη διαθέσιμη οδός.

Όσοι θεωρούν απαράδεκτη τη δημόσια παρουσία του Κουφοντίνα δεν αρνούνται την ανάγκη ιστορικής αποτίμησης. Υποστηρίζουν ότι η παροχή μικροφώνου σε έναν αμετανόητο δολοφόνο, ώστε να αφηγηθεί τη δράση του, ισοδυναμεί με συμβολική παραχώρηση κύρους. Το γεγονός ότι η πράξη αυτή γίνεται σε περιβάλλον δημοκρατικής ασφάλειας δεν αναιρεί το ηθικό της βάρος. Η δημόσια σκηνή έχει μνήμη και η μνήμη διαμορφώνει συνειδήσεις.

Η δημοσιογραφία, όταν κινείται σε αυτό το πεδίο, καλείται να αναμετρηθεί με το όριο ανάμεσα στην πληρότητα της έρευνας και στην ευθύνη απέναντι στην κοινωνία. Η αναζήτηση της αλήθειας δεν επιβάλλει υποχρεωτικά την ανάδειξη όλων των φωνών σε ισότιμους αφηγητές. Μπορεί να επιτευχθεί με τρόπους που διατηρούν σαφή την ηθική διάκριση ανάμεσα στον θύτη και στο θύμα.

Σε μια ώριμη δημοκρατία, η δύναμη δεν αποδεικνύεται από την αδιαφορία απέναντι στις συμβολικές συνέπειες των επιλογών της, αλλά από την ικανότητα να συνδυάζει την ελευθερία με την επίγνωση. Η παροχή δημόσιου βήματος σε έναν αμετανόητο δολοφόνο δεν συνιστά υποχρεωτικό στάδιο της ιστορικής ωρίμανσης. Αποτελεί επιλογή, η οποία μπορεί να κριθεί με βάση την επίδρασή της στη συλλογική μνήμη και στον σεβασμό προς όσους έχασαν τη ζωή τους.

Η συζήτηση που άνοιξε, ανεξάρτητα από τις προθέσεις των δημιουργών, αποκαλύπτει ότι η ελληνική κοινωνία εξακολουθεί να επεξεργάζεται το τραύμα της πολιτικής βίας. Η ένταση ανάμεσα στην ελευθερία της έρευνας και στην ηθική ιεράρχηση δεν πρόκειται να λυθεί με εύκολα συνθήματα. Απαιτεί σοβαρότητα, ιστορική γνώση και επίγνωση ότι η δημόσια εικόνα δεν είναι ουδέτερη. Όταν η δημοκρατία αφηγείται τα τραύματά της, οφείλει να το πράττει με τρόπο που να διατηρεί ακέραιη την αξία της ανθρώπινης ζωής και να μην μετατρέπει τον αμετανόητο θύτη σε ισότιμο συνομιλητή της Ιστορίας.