Λυών, Αθήνα, Ευρώπη: Η νέα πολιτική βία και το τέλος της δημοκρατίας της συγκίνησης
Οι κοινωνίες δεν έχουν ακόμη κουραστεί πλήρως από την ένταση αλλά έχουν αρχίσει να αναζητούν κανονικότητα
Από τις συγκρούσεις νεολαιών στους δρόμους της Γαλλίας μέχρι την κόπωση της πόλωσης στην Ελλάδα και την προληπτική ανησυχία της Γερμανίας, η Ευρώπη διανύει μια μεταβατική εποχή όπου η πολιτική παύει να αφορά το μέλλον της ιστορίας και αφορά τη διαχείριση της αβεβαιότητας.
Η δολοφονία του Κεντίν Ντεράνκ στη Λυών έγινε αμέσως σύμβολο. Για άλλους μάρτυρας, για άλλους θύμα μιας σύγκρουσης που όφειλε να είχε αποτραπεί. Στην πραγματικότητα λειτούργησε ως καθρέφτης. Όχι μόνο της γαλλικής πόλωσης αλλά μιας ευρύτερης ευρωπαϊκής μετάβασης όπου η πολιτική ένταση δεν παράγεται από επαναστατικές ιδεολογίες ούτε από κοινωνική εξαθλίωση, αλλά από την εμπειρία ότι ο κόσμος αλλάζει χωρίς να έχει προηγηθεί συλλογική συμφωνία.
Για όσους γνωρίζουν τα γαλλικά πράγματα, η Λυών αποτελεί εδώ και δεκαετίες το πιο καθαρό εργαστήριο αυτής της μεταβολής. Σε αντίθεση με το Παρίσι, που παράγει μαζικές κινητοποιήσεις, η δεύτερη γαλλική μεγαλούπολη παράγει συγκρούσεις μικρών ομάδων. Ο λόγος βρίσκεται στη γεωγραφία της, καθώς συνοικίες με διαφορετικές κοινωνικές και πολιτισμικές ταυτότητες συναντιούνται σε μικρές αποστάσεις. Εκεί όπου η φοιτητική και καλλιτεχνική νεολαία αγγίζει περιοχές με ιστορική παρουσία ακροδεξιών δικτύων και μεταναστευτικών κοινοτήτων, η πολιτική παύει να είναι αφηρημένη επιλογή και γίνεται εμπειρία χώρου. Η ταυτότητα αποκτά τοπικό χαρακτήρα και όταν οι χώροι αλληλεπικαλύπτονται η αντιπαράθεση γίνεται σωματική.
Στις συγκρούσεις αυτές δεν συναντά κανείς την τρομοκρατία του 20ού αιώνα. Δεν υπάρχουν μυστικές οργανώσεις που στοχεύουν το κράτος, αλλά αντίθετα συναντώνται κοινωνικές υποκουλτούρες που συναντιούνται στον δρόμο. Ο αντίπαλος δεν είναι θεσμός αλλά πρόσωπο και οι συμμετέχοντες δεν θεωρούν ότι αλλάζουν το σύστημα, αλλά προσπαθούν να υπερασπιστούν τον χώρο τους και το νόημα της ταυτότητάς τους. Πρόκειται για πολιτική εμπειρία που θυμίζει περισσότερο τελετουργική σύγκρουση παρά συγκροτημένη επαναστατική δράση.
Η διάσταση αυτή εξηγεί γιατί η υπόθεση Ντεράνκ δεν μπορεί να περιγραφεί επαρκώς ως πολιτική δολοφονία με την κλασική έννοια. Επειδή εντάσσεται σε μια αλυσίδα συγκρούσεων που συντηρούνται από μνήμη και συμβολισμό, όπου ο κάθε νεκρός μετατρέπεται σε σημείο αναφοράς και τροφοδοτεί το επόμενο επεισόδιο. Η βία γίνεται μορφή κοινωνικής σχέσης ανάμεσα σε κοινότητες που δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν η μία την άλλη ως συμπολίτες.
Η Γαλλία, με τα υψηλά ποσοστά στήριξης τόσο της ριζοσπαστικής αριστεράς όσο και της ριζοσπαστικής δεξιάς, προσφέρει πρόσφορο έδαφος. Ωστόσο οι ομάδες δρόμου δεν αποτελούν κομματικές νεολαίες με οργανωτική ένταξη, όπου ανήκουν σε ιδεολογικά οικοσυστήματα που περιλαμβάνουν μέσα ενημέρωσης, διαδικτυακές κοινότητες και πολιτισμικές πρακτικές. Τα κόμματα παρέχουν αφήγημα και νομιμοποίηση. Αντίθετα αυτές οι ομάδες παρέχουν εμπειρία και δράση, με τη σχέση τους θυμίζει πολιτισμική συγγένεια και όχι διοικητική εξάρτηση.
Το φαινόμενο αυτό εξηγεί γιατί η γαλλική ένταση δύσκολα αντιμετωπίζεται μόνο με αστυνομικά μέσα. Η πολιτική αντιπαράθεση έχει αποκτήσει υπαρξιακό χαρακτήρα. Όταν οι πολίτες πιστεύουν ότι η επικράτηση του αντιπάλου αλλάζει το καθεστώς ζωής, κάθε εκλογή μοιάζει με τελική μάχη και κάθε συνάντηση στον δρόμο με δοκιμή πραγματικότητας.
Από την επαναστατική σύγκρουση στην ταυτότητα της καθημερινότητας
Το ζήτημα που ανακύπτει αφορά τη σημερινή ευρωπαϊκή πόλωση που διαφέρει βαθιά από εκείνη της δεκαετίας του εβδομήντα. Τότε οι ένοπλες οργανώσεις πίστευαν ότι μετά τη βία θα ακολουθούσε μια νέα κοινωνία με τη πολιτική να έχει ορίζοντα μέλλοντος. Σήμερα η βία εκφράζει το παρόν, με τους συμμετέχοντες να μην περιμένουν ριζική μεταμόρφωση του κόσμου, αλλά να προσπαθούν να διατηρήσουν τη θέση τους μέσα σε έναν κόσμο που μεταβάλλεται.
Αυτό το στοιχείο εξηγεί γιατί το φαινόμενο εμφανίζεται σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις. Λειψία, Μπολόνια, Μαδρίτη, Στοκχόλμη παρουσιάζουν παρόμοια χαρακτηριστικά, με νεανικές ομάδες με ισχυρή πολιτισμική ταυτότητα, τελετουργικές συγκρούσεις και έντονη διαδικτυακή μνήμη. Έχει σημασία πως το διαδίκτυο δεν οργανώνει μόνο τις συναντήσεις, αλλά παρέχει και το ηθικό πλαίσιο που μετατρέπει τη συμμετοχή σε προσωπική επιβεβαίωση.
Η ευρύτερη αιτία βρίσκεται στην κρίση προσδοκιών των ανεπτυγμένων κοινωνιών. Οι Ευρωπαίοι ζουν περισσότερο, μορφώνονται περισσότερο και απολαμβάνουν μεγαλύτερη υλική ασφάλεια από οποιαδήποτε προηγούμενη γενιά. Παράλληλα όμως αισθάνονται ότι η συνέχεια της ζωής τους δεν είναι δεδομένη. Η τεχνολογία μεταβάλλει την εργασία, η δημογραφία μεταβάλλει τις πόλεις και η γεωπολιτική μεταβάλλει την ασφάλεια και η ανησυχία αυτή αφορά τη σταθερότητα του κόσμου στον οποίο μεγάλωσαν.
Σε τέτοιες συνθήκες η πολιτική αποκτά χαρακτήρα ταυτότητας. Οι διαφωνίες παύουν να αφορούν την αποτελεσματικότητα πολιτικών μέτρων και αφορούν την ορθότητα τρόπων ζωής. Η διαπραγμάτευση δυσκολεύεται επειδή η υποχώρηση βιώνεται ως απώλεια νοήματος και η βία εμφανίζεται τότε, ως ακραία μορφή επιβεβαίωσης.
Η εμπειρία αυτή δεν είναι ενιαία στην Ευρώπη. Η Ελλάδα προσφέρει ένα διαφορετικό παράδειγμα. Στην περίοδο 2010 έως 2019 η πόλωση υπήρξε εξαιρετικά έντονη. Η σύγκρουση αφορούσε την επιβίωση της κοινωνίας και τη σχέση με την ευρωπαϊκή πορεία. Όταν όμως οι αντισυστημικές δυνάμεις ανέλαβαν τη διακυβέρνηση, η πολιτική μετατράπηκε σε ζήτημα ευθύνης. Οι ψηφοφόροι αντιλήφθηκαν το κόστος των επιλογών και η πόλωση υποχώρησε απότομα. Σήμερα η αντιπαράθεση παραμένει ρητορικά σκληρή αλλά σπάνια αποκτά υπαρξιακό χαρακτήρα. Ο αντίπαλος θεωρείται λανθασμένος και όχι επικίνδυνος, ακριβώς επειδή έχασε και συνετρίβη.
Η Ιταλία ακολούθησε διαφορετική διαδρομή. Η συχνή εναλλαγή κυβερνήσεων καλλιέργησε κουλτούρα διαπραγμάτευσης με τους πολίτες να θεωρούν δεδομένο ότι η εξουσία είναι προσωρινή. Η πεποίθηση αυτή μειώνει τη δραματικότητα των εκλογών και περιορίζει την κοινωνική ένταση. Η δημοκρατία λειτουργεί ως συνεχής προσαρμογή και όχι ως τελική αναμέτρηση.
Η Γαλλία βρίσκεται ανάμεσα στα δύο παραδείγματα. Οι ριζοσπαστικές πολιτικές κουλτούρες διαθέτουν ισχυρή εκλογική επιρροή χωρίς να έχουν δοκιμαστεί σε πλήρη διακυβέρνηση. Η σύγκρουση παραμένει υποθετική και επομένως απόλυτη. Έτσι ο δρόμος γίνεται χώρος όπου η θεωρητική αντιπαράθεση αποκτά πραγματικότητα.
Η εξέλιξη αυτή εντάσσεται σε ευρύτερη ευρωπαϊκή μετάβαση. Η Γερμανία, για παράδειγμα, παρουσιάζει έντονη ανησυχία για το μέλλον του κοινωνικού μοντέλου με την πολιτική συζήτηση αποκτά ηθικό τόνο και ο αντίπαλος περιγράφεται ως απειλή για τον τρόπο ζωής. Πρόκειται για το στάδιο που προηγείται της ανοιχτής πόλωσης.
Η Ισπανία από την άλλη αντιμετωπίζει διαφορετικό κίνδυνο. Η ύπαρξη εδαφικών ταυτοτήτων προσθέτει στο πολιτικό δίπολο το ερώτημα της συλλογικής ταυτότητας και όταν η διαφωνία αφορά τον ίδιο τον ορισμό του πολιτικού σώματος, η κρίση μεταφέρεται στους θεσμούς και όχι μόνο στην κοινωνία.
Μέσα σε αυτή τη διαφοροποίηση εμφανίζεται ένα κοινό μοτίβο. Οι περίοδοι έντονης πόλωσης στην Ευρώπη τερματίζονται όταν αλλάζει το κεντρικό ερώτημα της πολιτικής. Μετά το 1945 η αντιπαράθεση μετακινήθηκε από τον εθνικισμό στην κοινωνική ευημερία, ενλώ μετά το 1989 από την ιδεολογία στην κατανάλωση. Σήμερα η σύγκρουση γύρω από την ταυτότητα θα υποχωρήσει όταν η καθημερινή διαχείριση της αβεβαιότητας αποκτήσει μεγαλύτερη σημασία από τη συμβολική αντιπαράθεση.
Η νέα πολιτική κανονικότητα διαμορφώνεται ήδη, με τα κόμματα να λειτουργούν περισσότερο ως συνασπισμοί εμπειριών ζωής και όχι ως φορείς αυστηρών ιδεολογιών. Οι ηγέτες αξιολογούνται για την ικανότητα καθησυχασμού περισσότερο από το όραμα και οι εκλογές θυμίζουν επαναλαμβανόμενη αξιολόγηση και όχι ιστορική καμπή. Η διαμαρτυρία όταν ενσωματώνεται στους θεσμούς, χάνει τον προφητικό της χαρακτήρα.
Η εξέλιξη αυτή δεν σημαίνει πλήρη συμφιλίωση. Η πολιτική θα παραμείνει συγκρουσιακή, αλλά η σύγκρουση θα αφορά τη διαχείριση κινδύνων και όχι τη σωτηρία της κοινωνίας. Η δραματικότητα θα υποχωρήσει χωρίς να εξαφανιστούν οι διαφορές.
Στην προοπτική αυτή τα επεισόδια όπως εκείνο της Λυών αποκτούν διαφορετική σημασία. Αποτελούν το τελευταίο στάδιο μιας περιόδου όπου οι κοινωνίες αναζητούν σταθερότητα μέσα από την ένταση. Όσο η πολιτική μετατρέπεται σε καθημερινή πρακτική, η ανάγκη σωματικής επιβεβαίωσης θα περιορίζεται και οι πολίτες θα συνεχίσουν να διαφωνούν αλλά θα θεωρούν δεδομένο ότι θα συνυπάρχουν.
Η Ευρώπη βαδίζει προς μια πιο ψυχρή δημοκρατία. Λιγότερο αισιόδοξη από τη δεκαετία του ενενήντα και λιγότερο δραματική από την περίοδο της κρίσης. Η μετάβαση προκαλεί ανησυχία επειδή συνοδεύεται από συγκρούσεις και αβεβαιότητα. Ωστόσο ιστορικά τέτοιες περίοδοι οδηγούν σε μεγαλύτερη ανθεκτικότητα. Όταν η πολιτική παύει να υπόσχεται λύτρωση και περιορίζεται στη διαχείριση, οι κοινωνίες σταθεροποιούνται.
Η υπόθεση Ντεράνκ και οι εκκενώσεις κτιρίων υπό φόβο επιθέσεων αποτυπώνουν το μεταίχμιο. Οι κοινωνίες δεν έχουν ακόμη κουραστεί πλήρως από την ένταση αλλά έχουν αρχίσει να αναζητούν κανονικότητα. Το τέλος του κύκλου δεν θα προκύψει από μια μεγάλη συμφωνία. Θα προκύψει από την αποδοχή ότι η αλλαγή αποτελεί μόνιμη συνθήκη και ότι η συμβίωση απαιτεί πρακτικές λύσεις.
Κάθε μεταβατική εποχή συνοδεύεται από υπερβολές. Η δική μας συνοδεύεται από τη μάχη των έντονων ταυτοτήτων. Όταν η ένταση εξαντληθεί, η Ευρώπη θα εισέλθει σε μια περίοδο πραγματισμού. Όχι θριαμβευτικά αλλά ήσυχα και ίσως αυτή η ηρεμία αποδειχθεί η πιο ανθεκτική μορφή σταθερότητας που γνώρισε η ήπειρος μετά τον πόλεμο.