Η ψευδαίσθηση της ασφάλειας σε έναν κόσμο που αλλάζει βίαια
Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη επέλεξε τα τελευταία χρόνια μια σαφή στρατηγική ενίσχυσης της αποτρεπτικής ισχύος της χώρας
Για δεκαετίες ο δυτικός κόσμος έζησε μέσα σε μια σχετική ψευδαίσθηση σταθερότητας. Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι η ιστορία είχε βρει έναν ασφαλή δρόμο. Οι μεγάλες συγκρούσεις φαινόταν να ανήκουν στο παρελθόν, οι διεθνείς θεσμοί υποτίθεται ότι λειτουργούσαν ως εγγυητές ειρήνης και η οικονομική αλληλεξάρτηση θα απέτρεπε νέες κρίσεις. Η πραγματικότητα των τελευταίων ετών όμως διαλύει αυτή την ψευδαίσθηση με τρόπο σχεδόν βίαιο.
Ο κόσμος σήμερα μοιάζει περισσότερο με σκακιέρα γεωπολιτικών συγκρούσεων παρά με ένα σύστημα συνεργασίας. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, η ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή, η ένταση στον Ειρηνικό, η αστάθεια στα Βαλκάνια και η διαρκής ένταση στην Ανατολική Μεσόγειο αποδεικνύουν ότι η εποχή της άνευ όρων ασφάλειας έχει τελειώσει. Και σε αυτό το νέο περιβάλλον η προσωπικότητα των ηγετών παίζει ίσως μεγαλύτερο ρόλο από ποτέ.
Η περίπτωση του Ντόναλντ Τραμπ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της εύθραυστης ισορροπίας που μπορεί να δημιουργήσει η πολιτική φιλοδοξία ενός ισχυρού ηγέτη. Ο ίδιος δεν έκρυψε ποτέ την προσωπική του πικρία επειδή δεν τιμήθηκε με το Νόμπελ Ειρήνης. Σε δηλώσεις του στο παρελθόν είχε υποστηρίξει ότι πολλοί άλλοι το έλαβαν χωρίς να το αξίζουν, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η διεθνής ειρήνη αντιμετωπίζεται ακόμη και ως εργαλείο προσωπικής αναγνώρισης. Σε μια περίοδο όπου η παγκόσμια ασφάλεια εξαρτάται από τη σταθερότητα των μεγάλων δυνάμεων, τέτοιου είδους αντιλήψεις αποκαλύπτουν πόσο εύθραυστο μπορεί να είναι το σύστημα.
Τα μέτωπα που παραμένουν ανοιχτά σε διεθνές επίπεδο είναι πολλά και επικίνδυνα. Η Ρωσία του Βλαντίμιρ Πούτιν έχει επιλέξει μια στρατηγική ανοιχτής αναθεώρησης της διεθνούς τάξης, αμφισβητώντας σύνορα και ισορροπίες. Ο πόλεμος στην Ουκρανία δεν είναι μόνο μια περιφερειακή σύγκρουση. Είναι μια σύγκρουση που επαναφέρει την έννοια της ισχύος ως βασικό εργαλείο πολιτικής.
Την ίδια στιγμή στη Μέση Ανατολή ο Μπενιαμίν Νετανιάχου βρίσκεται στο επίκεντρο μιας από τις πιο σύνθετες και επικίνδυνες γεωπολιτικές κρίσεις των τελευταίων δεκαετιών. Η σύγκρουση Ισραήλ και Χαμάς έχει μετατραπεί σε έναν πόλεμο με ευρύτερες περιφερειακές προεκτάσεις, με το Ιράν και άλλους δρώντες να επηρεάζουν τις εξελίξεις. Η Μέση Ανατολή παραμένει μια περιοχή όπου μια λανθασμένη απόφαση μπορεί να οδηγήσει σε γενικευμένη ανάφλεξη.
Στην Ανατολική Μεσόγειο η Τουρκία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν συνεχίζει να ακολουθεί μια πολιτική γεωπολιτικής επέκτασης και στρατηγικής αμφισβήτησης. Από τη Λιβύη μέχρι τη Συρία και από το Αιγαίο μέχρι τον Καύκασο, η Άγκυρα επιχειρεί να ενισχύσει τον ρόλο της ως περιφερειακής δύναμης. Αυτή η στρατηγική δημιουργεί συνεχείς εντάσεις με την Ελλάδα και την Κύπρο, αποδεικνύοντας ότι η σταθερότητα στην περιοχή δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη.
Μέσα σε αυτό το σύνθετο περιβάλλον η Ελλάδα καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα σε συμμαχίες, στρατηγικές επιλογές και γεωπολιτικές πραγματικότητες. Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη επέλεξε τα τελευταία χρόνια μια σαφή στρατηγική ενίσχυσης της αποτρεπτικής ισχύος της χώρας. Η αναβάθμιση των ελληνικών εξοπλισμών, η προμήθεια σύγχρονων οπλικών συστημάτων και η ενίσχυση των διεθνών συνεργασιών αποτελούν επιλογές που αρχικά αντιμετωπίστηκαν από ορισμένους με σκεπτικισμό. Ωστόσο το σημερινό γεωπολιτικό περιβάλλον αποδεικνύει ότι η αποτρεπτική ισχύς δεν είναι πολυτέλεια αλλά αναγκαιότητα.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η στρατηγική συνεργασία της Ελλάδας με το Ισραήλ. Η συνεργασία αυτή δεν αφορά μόνο την άμυνα αλλά και την τεχνολογία, την ενέργεια και την ασφάλεια στην Ανατολική Μεσόγειο. Σε μια περιοχή όπου οι ισορροπίες μεταβάλλονται διαρκώς, η ύπαρξη αξιόπιστων συμμαχιών αποτελεί βασικό πυλώνα σταθερότητας.
Το βασικό συμπέρασμα όμως είναι βαθύτερο. Η ασφάλεια δεν είναι μια μόνιμη κατάσταση αλλά μια διαρκής διαδικασία. Εξαρτάται από ισορροπίες ισχύος, από πολιτικές αποφάσεις και από την προσωπικότητα εκείνων που βρίσκονται στην κορυφή της εξουσίας. Όταν η διεθνής πολιτική καθορίζεται από ηγέτες με ισχυρές προσωπικές φιλοδοξίες και συχνά απρόβλεπτη συμπεριφορά, τότε η σταθερότητα γίνεται ακόμη πιο εύθραυστη.
Σε έναν κόσμο όπου οι κρίσεις πολλαπλασιάζονται και οι συμμαχίες επαναπροσδιορίζονται, το να θεωρούμε την ασφάλεια δεδομένη δεν είναι απλώς αισιόδοξο. Είναι επικίνδυνα αφελές. Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη ψευδαίσθηση της εποχής μας.