Η γκρίζα ζώνη της «πολιτικής» βίας
Πώς οργανώσεις από αντίθετα ιδεολογικά άκρα βρήκαν ανοχή μέσα στην ελληνική κοινωνία
Η πρόσφατη επιβεβαίωση της καταδίκης της Χρυσής Αυγής από το Εφετείο επαναφέρει μια συζήτηση που υπερβαίνει την ποινική διάσταση της υπόθεσης. Η απόφαση αποτελεί έναν ακόμη σταθμό σε μια μακρά προσπάθεια της ελληνικής δημοκρατίας να αντιμετωπίσει μορφές πολιτικής βίας που οργανώθηκαν συστηματικά μέσα στη μεταπολιτευτική περίοδο. Ωστόσο, πέρα από τη δικαστική κρίση, παραμένει ένα βαθύτερο πολιτικό και κοινωνιολογικό ερώτημα. Πώς γίνεται οργανώσεις που χρησιμοποιούν τη βία ως πολιτικό εργαλείο να επιβιώνουν για χρόνια σε ένα δημοκρατικό περιβάλλον, ακόμη και όταν η δράση τους είναι γνωστή; Και γιατί ένα τμήμα της κοινής γνώμης, το οποίο συχνά δεν εγκρίνει ρητά τις επιθέσεις, εμφανίζεται πρόθυμο να ανεχθεί ή να κατανοήσει τη δράση τους;
Η ελληνική εμπειρία προσφέρει ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον πεδίο σύγκρισης. Στη μία περίπτωση βρίσκεται η 17 Νοέμβρη, μια μικρή αλλά επίμονη τρομοκρατική οργάνωση της άκρας Αριστεράς που έδρασε για σχεδόν τρεις δεκαετίες. Στην άλλη βρίσκεται η Χρυσή Αυγή, μια νεοναζιστική οργάνωση που συνδύασε παραστρατιωτική δράση με πολιτική εκπροσώπηση και η οποία έφτασε να αποκτήσει σημαντική εκλογική επιρροή μέσα στην περίοδο της οικονομικής κρίσης. Οι δύο οργανώσεις βρίσκονται σε αντίθετα ιδεολογικά άκρα και απευθύνονταν σε διαφορετικά πολιτικά ακροατήρια. Παρ’ όλα αυτά, η σύγκριση της πορείας τους αποκαλύπτει ορισμένες κοινές δομές στην πολιτική κουλτούρα που επιτρέπουν την εμφάνιση και τη διατήρηση της πολιτικής βίας.
Η πολιτική κουλτούρα της Μεταπολίτευσης και η σιωπηρή ανοχή
Η δράση της 17 Νοέμβρη δεν μπορεί να κατανοηθεί χωρίς το ιστορικό περιβάλλον της πρώτης μεταπολιτευτικής περιόδου. Η Ελλάδα της δεκαετίας του 1970 και του 1980 ήταν μια κοινωνία βαθιά πολιτικοποιημένη, στην οποία τα τραύματα του εμφυλίου πολέμου, της δικτατορίας και της κυπριακής κρίσης εξακολουθούσαν να επηρεάζουν τον δημόσιο λόγο. Η πολιτική αντιπαράθεση συχνά διατυπωνόταν με όρους ιστορικής δικαιοσύνης και αντίστασης, ενώ η μνήμη της αντιδικτατορικής πάλης είχε αποκτήσει έντονη συμβολική αξία.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η 17 Νοέμβρη επιχείρησε να παρουσιάσει τη δράση της ως συνέχεια ενός ευρύτερου αγώνα απέναντι στον ιμπεριαλισμό και στις δομές εξάρτησης της χώρας. Οι επιθέσεις της στρέφονταν συχνά εναντίον διπλωματών, στρατιωτικών ή πολιτικών προσώπων που συνδέονταν συμβολικά με τη διεθνή επιρροή των Ηνωμένων Πολιτειών ή με το μεταπολιτευτικό πολιτικό σύστημα. Η επιλογή αυτών των στόχων δεν εξασφάλιζε κοινωνική αποδοχή, ωστόσο ενίσχυε μια αφήγηση που μπορούσε να βρει απήχηση σε ένα τμήμα της κοινής γνώμης το οποίο διατηρούσε έντονα αντιιμπεριαλιστικά αντανακλαστικά.
Οι δημοσκοπικές ενδείξεις εκείνης της εποχής δείχνουν ότι η ελληνική κοινωνία καταδίκαζε τις δολοφονίες και τις επιθέσεις, ωστόσο ένα αξιοσημείωτο ποσοστό των ερωτηθέντων δήλωνε ότι κατανοεί τα κίνητρα των δραστών. Η διάκριση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία. Η ανοχή προς την πολιτική βία δεν εκδηλώνεται απαραίτητα ως ενεργή υποστήριξη. Συχνά εμφανίζεται ως μια μορφή σιωπηρής κατανόησης, η οποία δημιουργεί ένα κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο οι οργανώσεις αυτές μπορούν να επιβιώνουν.
Στην περίπτωση της 17 Νοέμβρη, η ανοχή αυτή εκδηλωνόταν κυρίως ως πολιτισμική στάση. Η οργάνωση δεν διέθετε μαζική κοινωνική βάση ούτε συνδεόταν με κάποιο οργανωμένο πολιτικό κίνημα. Παρ’ όλα αυτά, η ύπαρξη μιας διάχυτης αντισυστημικής διάθεσης και μιας έντονης καχυποψίας απέναντι στις δυτικές συμμαχίες της χώρας δημιουργούσε μια γκρίζα ζώνη μέσα στην οποία η δράση της μπορούσε να ερμηνεύεται, από ορισμένους, ως πολιτική σύγκρουση και όχι απλώς ως εγκληματική δραστηριότητα.
Η έννοια της γκρίζας ζώνης είναι κεντρική για την κατανόηση της πολιτικής βίας. Οι περισσότερες τρομοκρατικές οργανώσεις δεν διαθέτουν μαζική κοινωνική υποστήριξη. Εκείνο που συχνά τους επιτρέπει να επιβιώνουν είναι η ύπαρξη ενός ευρύτερου περιβάλλοντος κατανόησης, το οποίο δεν ταυτίζεται με ενεργή συμμετοχή αλλά περιορίζει τη διάθεση κοινωνικής απομόνωσης των δραστών. Στη μεταπολιτευτική Ελλάδα, αυτή η στάση τροφοδοτήθηκε από ιστορικές εμπειρίες που είχαν καταστήσει την πολιτική σύγκρουση ένα σχεδόν φυσιολογικό στοιχείο της δημόσιας ζωής.
Κρίση αντιπροσώπευσης και αντισυστημική ριζοσπαστικοποίηση
Η άνοδος της Χρυσής Αυγής, τέσσερις δεκαετίες αργότερα, εκτυλίχθηκε σε ένα εντελώς διαφορετικό ιστορικό περιβάλλον. Η οικονομική κρίση που ξέσπασε μετά το 2010 κλόνισε βαθιά την εμπιστοσύνη προς το πολιτικό σύστημα και δημιούργησε συνθήκες έντονης κοινωνικής ανασφάλειας. Η δραματική αύξηση της ανεργίας, η συρρίκνωση των εισοδημάτων και η αίσθηση ότι σημαντικές αποφάσεις λαμβάνονται εκτός της χώρας ενίσχυσαν την αντίληψη ότι η ελληνική δημοκρατία λειτουργεί υπό καθεστώς περιορισμένης κυριαρχίας.
Μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα απονομιμοποίησης των θεσμών, η Χρυσή Αυγή μπόρεσε να παρουσιαστεί ως μια δύναμη που αμφισβητεί το υπάρχον σύστημα. Η οργάνωση αξιοποίησε μια ρητορική εθνικής απειλής, συνδέοντας την οικονομική κρίση με ζητήματα μετανάστευσης και δημόσιας ασφάλειας. Ταυτόχρονα ανέπτυξε δίκτυα τοπικής παρουσίας που περιλάμβαναν διανομές τροφίμων και άλλες μορφές κοινωνικής δράσης, οι οποίες ενίσχυαν την εικόνα ενός κινήματος που βρίσκεται κοντά σε τμήματα της κοινωνίας που αισθάνονταν εγκαταλελειμμένα.
Η σημαντική εκλογική επιτυχία της οργάνωσης το 2012 δείχνει ότι ένα μέρος του εκλογικού σώματος ήταν πρόθυμο να εκφράσει την αγανάκτησή του μέσα από μια ριζοσπαστική επιλογή. Παρά την εκλογική αυτή δύναμη, η κοινωνική ανοχή προς τη βία της Χρυσής Αυγής αποδείχθηκε περιορισμένη και εύθραυστη. Η δολοφονία του Παύλου Φύσσα το 2013 λειτούργησε ως σημείο καμπής, καθώς αποκάλυψε με δραματικό τρόπο τον οργανωμένο χαρακτήρα της βίαιης δράσης της οργάνωσης και προκάλεσε μια ισχυρή κοινωνική αντίδραση.
Η σύγκριση των δύο περιπτώσεων οδηγεί σε ένα ενδιαφέρον συμπέρασμα. Η 17 Νοέμβρη δεν διέθετε εκλογική επιρροή, ωστόσο επωφελήθηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα από μια πολιτισμική ανοχή που σχετιζόταν με τις ιστορικές αφηγήσεις της μεταπολιτευτικής κοινωνίας. Η Χρυσή Αυγή, αντίθετα, κατόρθωσε να αποκτήσει κοινοβουλευτική παρουσία, αλλά η βία της βρέθηκε γρήγορα αντιμέτωπη με ένα ισχυρότερο κοινωνικό όριο.
Το παράδοξο αυτό δείχνει ότι η ανοχή προς την πολιτική βία δεν καθορίζεται μόνο από την ιδεολογική ταυτότητα των οργανώσεων. Συχνά σχετίζεται με βαθύτερους μηχανισμούς που ενεργοποιούνται σε περιόδους κρίσης. Όταν μεγάλα τμήματα της κοινωνίας αισθάνονται ότι οι θεσμοί δεν ανταποκρίνονται στις προσδοκίες τους, αναπτύσσεται μια αντισυστημική διάθεση η οποία μπορεί να εκφραστεί προς διαφορετικές ιδεολογικές κατευθύνσεις.
Οι πολιτικοί επιστήμονες έχουν επισημάνει ότι οι ακραίες μορφές πολιτικής δράσης αντλούν συχνά υποστήριξη από παρόμοια συναισθήματα κοινωνικής αδικίας, ακόμη και όταν οι ιδεολογικές τους προτάσεις είναι αντίθετες. Η αίσθηση ότι οι ελίτ είναι αποκομμένες από την κοινωνία, ότι οι θεσμοί λειτουργούν προς όφελος ισχυρών συμφερόντων και ότι η δημοκρατική διαδικασία δεν προσφέρει πραγματικές λύσεις μπορεί να οδηγήσει ορισμένους πολίτες στην αποδοχή ριζοσπαστικών επιλογών.
Η ελληνική εμπειρία δείχνει επίσης ότι οι ιστορικές αφηγήσεις παίζουν καθοριστικό ρόλο στον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύεται η πολιτική βία. Στη μεταπολιτευτική περίοδο, η μνήμη της αντίστασης απέναντι στη δικτατορία προσέφερε ένα συμβολικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ορισμένες μορφές ριζοσπαστικής δράσης μπορούσαν να παρουσιαστούν ως συνέχεια ενός αγώνα για δημοκρατία και ανεξαρτησία. Στην περίοδο της οικονομικής κρίσης, αντίστοιχες αφηγήσεις εμφανίστηκαν γύρω από την έννοια της εθνικής κυριαρχίας και της προστασίας της κοινωνίας από εξωτερικές απειλές.
Η κατανόηση αυτών των μηχανισμών είναι κρίσιμη για τη δημοκρατική σταθερότητα. Οι οργανώσεις πολιτικής βίας δεν εμφανίζονται στο κενό. Αναπτύσσονται μέσα σε συγκεκριμένες κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες, οι οποίες διαμορφώνουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο η δράση τους μπορεί να βρει ανοχή ή ακόμη και πρόσκαιρη νομιμοποίηση.
Η εμπειρία της μεταπολιτευτικής Ελλάδας δείχνει ότι η αντιμετώπιση της πολιτικής βίας δεν περιορίζεται στην καταστολή ή στη δικαστική τιμωρία. Απαιτεί επίσης την ενίσχυση της εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς και την αποκατάσταση της αίσθησης ότι η δημοκρατία μπορεί να προσφέρει αποτελεσματικές απαντήσεις στις κοινωνικές συγκρούσεις. Όταν η εμπιστοσύνη αυτή διαβρώνεται, ανοίγει χώρος για αφηγήσεις που παρουσιάζουν τη σύγκρουση ως αναπόφευκτη και τη βία ως πολιτικό εργαλείο.
Η απόφαση της δικαιοσύνης για τη Χρυσή Αυγή αποτελεί ένα σημαντικό βήμα για την αποκατάσταση της θεσμικής τάξης. Ταυτόχρονα, υπενθυμίζει ότι η δημοκρατία οφείλει να παραμένει σε εγρήγορση απέναντι σε μορφές ριζοσπαστικής βίας που μπορούν να αναδυθούν σε διαφορετικές ιστορικές συγκυρίες. Η ιστορία της μεταπολίτευσης δείχνει ότι οι απειλές αυτές δεν προέρχονται αποκλειστικά από ένα ιδεολογικό στρατόπεδο. Αναδύονται κάθε φορά που η κοινωνία εισέρχεται σε μια περίοδο βαθιάς αβεβαιότητας, μέσα στην οποία η γκρίζα ζώνη ανάμεσα στην κατανόηση και στην ανοχή αρχίζει να διευρύνεται.