Η επιστροφή της γεωπολιτικής στην οικονομία

Πώς ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή επιταχύνει τις αλλαγές στην παγκόσμια οικονομία, επηρεάζει την Ευρώπη και αναδεικνύει τη γεωοικονομική σημασία

Η επιστροφή της γεωπολιτικής στην οικονομία
ΑΠΕ-ΜΠΕ

Η διεθνής οικονομία διαμορφώθηκε επί τρεις δεκαετίες μέσα σε ένα περιβάλλον σχετικής σταθερότητας. Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου η παγκοσμιοποίηση επέτρεψε τη δημιουργία ενός συστήματος στο οποίο το εμπόριο, οι εφοδιαστικές αλυσίδες και οι αγορές κεφαλαίου λειτουργούσαν με υψηλό βαθμό προβλεψιμότητας. Οι γεωπολιτικές κρίσεις δεν εξαφανίστηκαν, ωστόσο σπάνια επηρέαζαν τη βασική αρχιτεκτονική της παγκόσμιας οικονομίας. Η ενέργεια παρέμενε σχετικά φθηνή, οι θαλάσσιες μεταφορές ασφαλείς και οι μεγάλες δυνάμεις, παρά τον ανταγωνισμό τους, διατηρούσαν έναν βαθμό οικονομικής αλληλεξάρτησης.

Τα τελευταία χρόνια η εικόνα αυτή μεταβάλλεται σταδιακά. Η πανδημία ανέδειξε την ευθραυστότητα των εφοδιαστικών αλυσίδων. Ο πόλεμος στην Ουκρανία επανέφερε την ενεργειακή γεωπολιτική στο κέντρο της ευρωπαϊκής πολιτικής. Σήμερα η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή προσθέτει έναν ακόμη κρίσιμο παράγοντα αβεβαιότητας. Οι οικονομικές επιπτώσεις της δεν περιορίζονται στην άνοδο των τιμών του πετρελαίου ή στις διακυμάνσεις των χρηματιστηρίων. Συνδέονται με βαθύτερες αλλαγές στη δομή της παγκόσμιας οικονομίας, οι οποίες μεταβάλλουν τις ισορροπίες μεταξύ κρατών, αγορών και περιφερειών.

Σε αυτή τη συγκυρία πολλοί οικονομολόγοι μιλούν για την επιστροφή της γεωπολιτικής στην οικονομία. Η έννοια του γεωπολιτικού πληθωρισμού, που εμφανίζεται όλο και συχνότερα στις διεθνείς αναλύσεις, αποτυπώνει αυτή τη μεταβολή. Οι διεθνείς εντάσεις αυξάνουν το κόστος ενέργειας, επηρεάζουν τις μεταφορές, οδηγούν τις κυβερνήσεις σε υψηλότερες στρατιωτικές δαπάνες και ωθούν τις επιχειρήσεις να αναδιαμορφώσουν τις αλυσίδες παραγωγής τους. Το αποτέλεσμα είναι ένα νέο περιβάλλον στο οποίο οι πολιτικές εξελίξεις επηρεάζουν περισσότερο από ό,τι στο παρελθόν την οικονομική σταθερότητα.

Η ενέργεια ως μηχανισμός μετάδοσης της κρίσης

Η πρώτη και πιο άμεση επίδραση του πολέμου στη Μέση Ανατολή αφορά την αγορά ενέργειας. Η περιοχή παραμένει ο σημαντικότερος ενεργειακός κόμβος του πλανήτη. Ένα μεγάλο μέρος της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου εξάγεται από κράτη του Περσικού Κόλπου και διέρχεται από θαλάσσιες οδούς που θεωρούνται στρατηγικά σημεία του παγκόσμιου εμπορίου. Το στενό του Hormuz αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα, καθώς από εκεί περνά σημαντικό ποσοστό των παγκόσμιων εξαγωγών πετρελαίου.

Σε περιόδους έντασης οι αγορές αντιδρούν άμεσα. Ακόμη και η πιθανότητα διακοπής της παραγωγής ή παρεμπόδισης των θαλάσσιων μεταφορών αρκεί για να αυξηθούν οι τιμές. Οι επενδυτές ενσωματώνουν το γεωπολιτικό ρίσκο στις προσδοκίες τους και η αγορά πετρελαίου γίνεται ιδιαίτερα ευαίσθητη σε πολιτικές εξελίξεις.

Οι συνέπειες αυτής της αύξησης δεν περιορίζονται στον ενεργειακό τομέα. Η ενέργεια αποτελεί βασική εισροή για σχεδόν κάθε οικονομική δραστηριότητα. Όταν οι τιμές του πετρελαίου ανεβαίνουν επηρεάζονται οι μεταφορές, η βιομηχανία, η γεωργία και τελικά οι τιμές των καταναλωτικών αγαθών. Οι οικονομίες που εξαρτώνται από εισαγωγές ενέργειας είναι ιδιαίτερα ευάλωτες σε αυτές τις μεταβολές.

Η Ευρώπη ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Η ενεργειακή κρίση του 2022 έδειξε πόσο εύθραυστο μπορεί να γίνει το ευρωπαϊκό οικονομικό μοντέλο όταν διαταράσσονται οι ενεργειακές ροές. Η σημερινή σύγκρουση στη Μέση Ανατολή δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής μια κρίση αντίστοιχης κλίμακας. Ωστόσο υπενθυμίζει ότι η ευρωπαϊκή οικονομία εξακολουθεί να εξαρτάται από εισαγόμενη ενέργεια και ότι οι γεωπολιτικές εξελίξεις μπορούν να μεταβάλουν γρήγορα τις συνθήκες της αγοράς.

Οι οικονομολόγοι εξετάζουν διάφορα σενάρια. Σε ένα ήπιο σενάριο οι τιμές της ενέργειας παραμένουν σχετικά υψηλές αλλά δεν προκαλούν σοβαρή διαταραχή στην παγκόσμια οικονομία. Σε ένα δυσμενέστερο ενδεχόμενο η σύγκρουση επεκτείνεται, οι μεταφορές στον Περσικό Κόλπο ή στην Ερυθρά Θάλασσα επηρεάζονται και οι τιμές του πετρελαίου αυξάνονται σημαντικά. Σε αυτή την περίπτωση ο πληθωρισμός θα μπορούσε να ενισχυθεί και οι κεντρικές τράπεζες να αναγκαστούν να διατηρήσουν υψηλά επιτόκια για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.

Η συζήτηση αυτή ανακαλεί μνήμες από την πετρελαϊκή κρίση της δεκαετίας του 1970. Η παγκόσμια οικονομία έχει αλλάξει σημαντικά από τότε και η ενεργειακή ένταση της παραγωγής είναι μικρότερη. Παρ’ όλα αυτά η βασική λογική παραμένει παρόμοια. Όταν η ενέργεια γίνεται ακριβότερη, αυξάνεται το κόστος παραγωγής και οι οικονομίες αντιμετωπίζουν πιέσεις.

Ο γεωπολιτικός πληθωρισμός και η νέα παγκόσμια οικονομία

Οι εξελίξεις αυτές συνδέονται με μια ευρύτερη μεταβολή. Η παγκόσμια οικονομία εισέρχεται σε μια περίοδο όπου οι γεωπολιτικές εντάσεις επηρεάζουν περισσότερο τις αγορές από ό,τι τις προηγούμενες δεκαετίες. Ο όρος γεωπολιτικός πληθωρισμός χρησιμοποιείται για να περιγράψει αυτή τη νέα πραγματικότητα.

Η έννοια δεν αφορά μόνο τις αυξήσεις τιμών που προκαλούνται από έναν πόλεμο ή από μια ενεργειακή κρίση. Περιγράφει μια πιο δομική τάση. Τα κράτη επενδύουν περισσότερο στην ασφάλεια των εφοδιαστικών αλυσίδων τους. Οι επιχειρήσεις αναζητούν εναλλακτικές διαδρομές παραγωγής και μεταφοράς ώστε να μειώσουν την εξάρτησή τους από περιοχές υψηλού κινδύνου. Οι κυβερνήσεις αυξάνουν τις στρατιωτικές δαπάνες και δημιουργούν στρατηγικά αποθέματα πρώτων υλών.

Όλες αυτές οι επιλογές έχουν οικονομικό κόστος. Η παγκοσμιοποίηση της περιόδου 1990 έως 2020 βασίστηκε στην αναζήτηση της μέγιστης αποδοτικότητας. Οι εταιρείες μετέφεραν την παραγωγή σε χώρες με χαμηλότερο κόστος εργασίας και οργάνωναν τις εφοδιαστικές αλυσίδες τους σε παγκόσμια κλίμακα. Η νέα εποχή δίνει μεγαλύτερη έμφαση στην ασφάλεια και την ανθεκτικότητα. Οι αλυσίδες παραγωγής γίνονται πιο περιφερειακές και λιγότερο αποδοτικές από οικονομική άποψη.

Αυτή η μεταβολή ενδέχεται να διατηρήσει τον πληθωρισμό σε υψηλότερα επίπεδα από ό,τι στο παρελθόν. Οι κεντρικές τράπεζες λειτουργούσαν επί δεκαετίες σε ένα περιβάλλον χαμηλών τιμών και χαμηλών επιτοκίων. Αν οι γεωπολιτικές εντάσεις παραμείνουν έντονες, η νομισματική πολιτική θα πρέπει να προσαρμοστεί σε ένα διαφορετικό οικονομικό πλαίσιο.

Οι αγορές κεφαλαίου ήδη προσαρμόζονται. Οι επενδυτές στρέφονται σε τομείς που θεωρούνται στρατηγικοί, όπως η ενέργεια, οι πρώτες ύλες, οι υποδομές και η αμυντική βιομηχανία. Η γεωπολιτική διάσταση των επενδύσεων αποκτά μεγαλύτερη σημασία, ενώ οι χώρες που διαθέτουν φυσικούς πόρους ή στρατηγική γεωγραφική θέση ενισχύουν τη διαπραγματευτική τους ισχύ.

Η Ανατολική Μεσόγειος ως γεωοικονομικός κόμβος και η θέση της Ελλάδας

Μέσα σε αυτό το νέο περιβάλλον η Ανατολική Μεσόγειος αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η περιοχή συνδέει την Ευρώπη με τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί θαλάσσιο διάδρομο για μεγάλο μέρος του παγκόσμιου εμπορίου. Οι ενεργειακές διαδρομές που διέρχονται από τη Μεσόγειο γίνονται πιο σημαντικές όσο αυξάνεται η ανάγκη της Ευρώπης για διαφοροποίηση των πηγών ενέργειας.

Η Ελλάδα βρίσκεται σε κομβική γεωγραφική θέση μέσα σε αυτή την περιοχή. Τα τελευταία χρόνια η χώρα έχει επενδύσει σε ενεργειακές υποδομές και σε τερματικούς σταθμούς υγροποιημένου φυσικού αερίου, οι οποίοι επιτρέπουν την εισαγωγή και τη διανομή ενέργειας προς τα Βαλκάνια και την Κεντρική Ευρώπη. Παράλληλα η ελληνική ναυτιλία διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στις παγκόσμιες μεταφορές πετρελαίου και LNG.

Οι εξελίξεις αυτές ενισχύουν τη γεωοικονομική σημασία της χώρας. Η Ελλάδα μπορεί να λειτουργήσει ως ενεργειακή πύλη για τη νοτιοανατολική Ευρώπη και ως κόμβος μεταφοράς ενέργειας από διάφορες περιοχές προς την ευρωπαϊκή αγορά. Η σημασία αυτή δεν περιορίζεται στον ενεργειακό τομέα. Συνδέεται επίσης με τη στρατηγική θέση της χώρας στις θαλάσσιες μεταφορές και στη γεωπολιτική ισορροπία της Ανατολικής Μεσογείου.

Η αξιοποίηση αυτής της θέσης προϋποθέτει όμως σταθερή οικονομική πολιτική και συνεχή επένδυση σε υποδομές. Οι ενεργειακοί κόμβοι δημιουργούνται μέσα από μακροχρόνιες στρατηγικές επιλογές και απαιτούν συνεργασία με διεθνείς εταίρους. Σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη αναζητά νέες ενεργειακές διαδρομές, η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να ενισχύσει τον ρόλο της, εφόσον διατηρήσει την αξιοπιστία της ως οικονομικός και πολιτικός εταίρος.

Η παγκόσμια οικονομία εισέρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η γεωπολιτική επηρεάζει περισσότερο τις αγορές από ό,τι στο παρελθόν. Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή αποτελεί μία μόνο έκφανση αυτής της τάσης. Η αλληλεπίδραση μεταξύ πολιτικής ισχύος και οικονομικής δραστηριότητας επανέρχεται στο προσκήνιο, θυμίζοντας ότι η παγκοσμιοποίηση δεν μπορεί να απομονωθεί από τις διεθνείς συγκρούσεις. Για τις χώρες που βρίσκονται σε στρατηγικές γεωγραφικές θέσεις, οι εξελίξεις αυτές δημιουργούν τόσο κινδύνους όσο και ευκαιρίες. Η διαχείριση αυτής της νέας πραγματικότητας θα αποτελέσει μία από τις βασικές προκλήσεις της επόμενης δεκαετίας.