Η δημοκρατία και βουνά κινεί

Η περίπτωση της ΔΕΘ αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς η ενεργή συμμετοχή των πολιτών μπορεί να διαμορφώσει θετικά τις εξελίξεις.

Η δημοκρατία και βουνά κινεί

Η κυβερνητική αναδίπλωση για την ανάπλαση της ΔΕΘ από στόματος Μητσοτάκη είναι αποτέλεσμα των υπογραφών για δημοψήφισμα. Αποτελεί, αναμφίβολα, μια νίκη για την πόλη και τους πολίτες της.

Όχι γιατί δήμαρχος και πρωθυπουργός φοβήθηκαν τους ενεργούς πολίτες. Αλλά γιατί είδαν ότι αυτή τη φορά υπήρχε ένα σοβαρό κίνημα πολιτών, με κατατεθειμένες απόψεις σεβαστές στο δημόσιο διάλογο που ζητούσαν ό,τι επιτρέπει το Σύνταγμα. Ένα δημοψήφισμα. Δείχνοντας σοβαρότητα, συλλέγοντας υπογραφές μόνο από δημότες Θεσσαλονίκης, περιορίζοντας τις μαξιμαλιστικές φωνές, βάζοντας στην άκρη οποιαδήποτε ριζοσπαστική ατζέντα.

Το αίτημα για περισσότερο πράσινο και η αποκρουστική εικόνα ξενοδοχείου και εμπορικού κέντρου για χάρη των εργολάβων επηρέασαν την μεγαλύτερη μερίδα του κοινού. Ακόμα και αυτούς που ήθελαν την παραμονή της ΔΕΘ, ακόμη κι αυτούς που έλεγαν ότι λύση μετεγκατάστασης δεν υπάρχει.

Όπως όλα δείχνουν πολύ σύντομα θα ακούσουμε από τα χείλη του υπερταμείου την εγκατάλειψη της πρόβλεψης για τη δημιουργία μεγάλου ξενοδοχείου και εμπορικού κέντρου εντός του εκθεσιακού χώρου, με ταυτόχρονη δέσμευση για περισσότερο πράσινο. Μια αναπλασμένη μίνιμαλ ΔΕΘ που θα γίνει με τα 100 εκ ευρώ του δημόσιου ταμείου συν τα 100 εκ ευρώ της περιφέρειας για το Μητροπολιτικό Πάρκο. Όλοι χαρούμενοι, όλοι κερδισμένοι.

Όλοι; Όχι όλοι. Οι οπαδοί του Real Estate, αυτοί που συκοφαντούσαν το κίνημα των ενεργών πολιτών, αυτοί που πετούσαν λάσπη στον ανεμιστήρα, αυτοί που πότιζαν δηλητήριο στα μυαλά των εργαζομένων ότι δεν υπάρχει άλλη λύση. Αυτοί χθες το βράδυ δεν κοιμήθηκαν καθόλου.

Η δημοσκόπηση και το debate

Η κυβερνητική μεταστροφή δεν προέκυψε τυχαία. Κυρίαρχος λόγος ήταν ξεκάθαρα η πίεση που άσκησαν οι ενεργοί πολίτες και οι συλλογικότητες, οι οποίοι, μέσω της πρωτοβουλίας για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος, έθεσαν εμφατικά το ζήτημα της πολεοδομικής ισορροπίας και της ποιότητας ζωής στην πόλη.

Όμως δύο ακόμη στιγμές έγειραν την πλάστιγγα. Το άδοξο τέλος στο debate της Παράλλαξης και του ιδρύματος Χάινριχ Μπελ με φωνασκούντες τον πρόεδρο, τα στελέχη και τους εργαζόμενους της ΔΕΘ. Εκεί χάθηκαν δύο μεγάλοι σύμμαχοι για την διοίκηση του εκθεσιακού φορέα. Ο δήμαρχος και μερικά σημαντικά κυβερνητικά στελέχη.

Κι αν κάποιοι είχαν αμφιβολίες, ήρθε η δημοσκόπηση της Palmos Analysis για το TheOpinion.gr, που ανέδειξε ξεκάθαρα την επιθυμία της πλειοψηφίας των Θεσσαλονικέων για ένα διαφορετικό μοντέλο ανάπτυξης, όπου το πράσινο και ο δημόσιος χώρος υπερτερούν του εμπορικού κέρδους.

Η δύναμη της φωνής των πολιτών

Εν κατακλείδι, η αρχική πρόβλεψη για ένα μεγάλου μεγέθους ξενοδοχείο και εμπορικό κέντρο εντός της ΔΕΘ είχε προκαλέσει έντονες αντιδράσεις από την πρώτη στιγμή. Η βασική ανησυχία ήταν η περαιτέρω επιβάρυνση του ήδη επιβαρυμένου αστικού περιβάλλοντος της Θεσσαλονίκης, η αύξηση της κυκλοφοριακής συμφόρησης και η απώλεια ενός πολύτιμου χώρου που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως πνεύμονας πρασίνου για τους κατοίκους.

Η αλλαγή στάσης των υπευθύνων αποδεικνύει την δύναμη της φωνής των πολιτών και την ικανότητά τους να επηρεάζουν τις αποφάσεις που αφορούν το μέλλον της πόλης τους. Η δημοκρατία, άλλωστε, λειτουργεί αποτελεσματικά όταν οι πολίτες συμμετέχουν ενεργά, διεκδικούν και πιέζουν για την προστασία των συμφερόντων τους και του κοινού καλού.

Το νέο σχέδιο που αναμένεται, με την ελπίδα να έχει έμφαση στο πράσινο, δημιουργεί προοπτικές για μια ΔΕΘ που θα είναι πραγματικά ανοιχτή στην πόλη, θα λειτουργεί ως χώρος αναψυχής και πολιτισμού, πέραν της καθαρά εκθεσιακής της λειτουργίας. Αυτό συνάδει με τα σύγχρονα μοντέλα αστικής ανάπτυξης που προτάσσουν τη βιωσιμότητα, την περιβαλλοντική ευαισθησία και την ευζωία των κατοίκων.

Η περίπτωση της ΔΕΘ αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς η ενεργή συμμετοχή των πολιτών μπορεί να διαμορφώσει θετικά τις εξελίξεις. Ελπίζουμε ότι αυτή η εξέλιξη θα αποτελέσει ένα προηγούμενο και θα ενθαρρύνει τη συνέχεια τέτοιων πρωτοβουλιών, διασφαλίζοντας ότι οι αποφάσεις που αφορούν το μέλλον των πόλεών μας λαμβάνονται με γνώμονα το συμφέρον των κατοίκων και όχι μόνο βραχυπρόθεσμα οικονομικά οφέλη. Η Θεσσαλονίκη, μέσα από αυτή τη διαδικασία, απέδειξε ότι είναι μια πόλη που μπορεί να διεκδικήσει και να κερδίσει το δικαίωμα σε ένα καλύτερο μέλλον.