ΣτΕ: Τέλος στην αυτόματη τακτοποίηση αυθαιρέτων με ακυρωμένες οικοδομικές άδειες
Γιατί το ΣτΕ έκρινε αντισυνταγματική τη ρύθμιση;
Νέα δεδομένα δημιουργεί απόφαση του ΣτΕ για τα αυθαίρετα κτίσματα που ανεγέρθηκαν με οικοδομικές άδειες οι οποίες στη συνέχεια ακυρώθηκαν από τη Δικαιοσύνη.
Το ΣτΕ έκρινε ότι οι διατάξεις του ν. 4495/2017 που επέτρεπαν, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, την υπαγωγή αυτών των κατασκευών στο καθεστώς τακτοποίησης δεν είναι συμβατές με το Σύνταγμα. Πρόκειται για περιπτώσεις στις οποίες μια οικοδομική άδεια είχε ακυρωθεί δικαστικά επειδή είχε βασιστεί σε εσφαλμένο ή ανίσχυρο πολεοδομικό καθεστώς, ακόμη και όταν ο ιδιοκτήτης δεν είχε παρουσιάσει ψευδή στοιχεία κατά τη διαδικασία έκδοσής της.
Το ζήτημα έχει απασχολήσει επανειλημμένα τη νομολογία του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου, καθώς βρίσκεται στο σημείο όπου συναντώνται η προστασία της ιδιοκτησίας, η εμπιστοσύνη του πολίτη απέναντι στη Διοίκηση, η προστασία του περιβάλλοντος και η υποχρέωση συμμόρφωσης του κράτους στις δικαστικές αποφάσεις.
Σύμφωνα με το σκεπτικό του ΣτΕ, η αυτόματη υπαγωγή των συγκεκριμένων αυθαιρέτων στις ευνοϊκές ρυθμίσεις του νόμου έχει ως αποτέλεσμα να περιορίζεται στην πράξη η ισχύς μιας αμετάκλητης δικαστικής απόφασης. Με άλλα λόγια, ενώ ένα δικαστήριο έχει ακυρώσει την οικοδομική άδεια, η Διοίκηση μπορεί, μέσω μιας μεταγενέστερης νομοθετικής ρύθμισης, να επιτρέψει τη διατήρηση του κτίσματος.
Γιατί το ΣτΕ έκρινε αντισυνταγματική τη ρύθμιση
Όπως αναφέρουν οι πληροφορίες από την kathimerini.gr, το δικαστήριο συνδέει την κρίση του με σειρά συνταγματικών διατάξεων, μεταξύ άλλων εκείνες που αφορούν τη δικαστική προστασία, τη διάκριση των λειτουργιών και την υποχρέωση της Διοίκησης να συμμορφώνεται με τις δικαστικές αποφάσεις.
Το σκεπτικό είναι ότι η προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης ενός ιδιοκτήτη, ακόμη και όταν ο ίδιος δεν ευθύνεται για την ακύρωση της οικοδομικής άδειας, δεν μπορεί να υπερισχύσει της υποχρέωσης του κράτους να εφαρμόζει μια δικαστική απόφαση.
Το ΣτΕ επισημαίνει ότι οι ιδιοκτήτες των οποίων τα κτίρια κατέστησαν αυθαίρετα επειδή ακυρώθηκε η άδεια που είχαν λάβει δεν μπορούν να επικαλούνται τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ως λόγο για τη διατήρηση των κατασκευών, όταν η ακύρωση έχει γίνει με αμετάκλητη δικαστική απόφαση.
Η θέση αυτή δεν εμφανίζεται για πρώτη φορά. Το Δικαστήριο έχει ήδη διαμορφώσει σχετική νομολογία σε προηγούμενες αποφάσεις του, μεταξύ των οποίων οι αποφάσεις 3500/2009 και 3921/2010 της Ολομέλειας, αλλά και μεταγενέστερες κρίσεις σχετικά με τις ρυθμίσεις για τα αυθαίρετα.
Το πολεοδομικό σχέδιο δεν μπορεί να παρακάμπτεται
Ιδιαίτερη σημασία έχει και το δεύτερο σκέλος της κρίσης του ΣτΕ, το οποίο αφορά τον πολεοδομικό σχεδιασμό. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι δεν είναι δυνατόν ένα κτίριο να διατηρείται απλώς επειδή είχε ανεγερθεί σύμφωνα με μια οικοδομική άδεια που στη συνέχεια ακυρώθηκε. Για να μπορεί να θεωρηθεί νόμιμη η διατήρησή του, θα πρέπει να έχει προηγηθεί νέα πολεοδομική κρίση, βασισμένη σε διαφορετικά πραγματικά και νομικά δεδομένα.
Αυτό θα μπορούσε, για παράδειγμα, να συμβεί μέσα από μια γενικότερη αλλαγή του πολεοδομικού καθεστώτος μιας περιοχής, η οποία θα στηρίζεται σε πραγματικά πολεοδομικά κριτήρια και θα λαμβάνει υπόψη τη φυσιογνωμία και τις ανάγκες του οικισμού.
Στο σκεπτικό του το ΣτΕ υπογραμμίζει ότι ένας τέτοιος σχεδιασμός θα πρέπει να εξετάζει συνολικά την επιβάρυνση της περιοχής, την προστασία του περιβάλλοντος, τις συνθήκες διαβίωσης και την ανάγκη βιώσιμης ανάπτυξης. Δεν αρκεί, επομένως, μια εξατομικευμένη ρύθμιση που επιτρέπει τη διατήρηση κάθε κτίσματος ξεχωριστά.
Τι γίνεται με όσους είχαν προσφύγει στη Δικαιοσύνη
Η απόφαση εξετάζει ακόμη ένα κρίσιμο ζήτημα: τα δικαιώματα εκείνων που προσέφυγαν στη Δικαιοσύνη και κατάφεραν να ακυρώσουν τις επίμαχες οικοδομικές άδειες.
Το ΣτΕ επισημαίνει ότι η νομοθεσία δεν προβλέπει κάποιον εναλλακτικό τρόπο αποκατάστασης για τους διαδίκους που δικαιώθηκαν, στην περίπτωση που τα κτίρια τελικά παραμένουν όρθια.
Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο αναφέρεται ακόμη και στο ενδεχόμενο ειδικής αποζημίωσης, εφόσον επιλεγεί από τον νομοθέτη μια λύση που δεν θα οδηγεί στην κατεδάφιση. Για τον καθορισμό της θα έπρεπε να εξετάζονται παράγοντες όπως η περιουσιακή βλάβη των δικαιωθέντων, η χρονική διάρκεια της δικαστικής διαμάχης και οι συνέπειες από την παρατεταμένη διατήρηση ενός κτίσματος που κρίθηκε παράνομο.
Η απόφαση του ΣτΕ εντάσσεται έτσι σε μια μακρά σειρά δικαστικών κρίσεων για την αντιμετώπιση των αυθαιρέτων και βάζει σαφή όρια στη δυνατότητα του νομοθέτη να «θεραπεύει» μέσω μεταγενέστερων ρυθμίσεων τις συνέπειες μιας οικοδομικής άδειας που έχει ήδη ακυρωθεί από τη Δικαιοσύνη.
Το βασικό μήνυμα της απόφασης είναι ότι η τακτοποίηση ενός αυθαιρέτου δεν μπορεί να λειτουργεί ως αυτόματος μηχανισμός ακύρωσης των αποτελεσμάτων μιας δικαστικής απόφασης. Όταν μια οικοδομική άδεια έχει ακυρωθεί οριστικά, η διατήρηση του κτίσματος απαιτεί διαφορετική πολεοδομική θεμελίωση και δεν μπορεί να στηρίζεται απλώς σε μια μεταγενέστερη ρύθμιση τακτοποίησης.