Θεσσαλονίκη: Μια πόλη που καταναλώνει ανάπτυξη αντί να την παράγει;
Η μεγαλύτερη πρόκληση της Θεσσαλονίκης δεν είναι η έλλειψη προοπτικών...
Η Θεσσαλονίκη συνηθίζει να συζητά για τις δυνατότητές της περισσότερο από όσο συζητά για τα αποτελέσματά της. Εδώ και δεκαετίες ακούμε ότι αποτελεί τη «μητρόπολη των Βαλκανίων», το «σταυροδρόμι της Νοτιοανατολικής Ευρώπης» και τη «δεύτερη οικονομική δύναμη της χώρας». Όμως, λίγα μόλις χρόνια μετά την έξοδο από τη βαθιά οικονομική κρίση, αξίζει να αναρωτηθούμε: ποιο ακριβώς είναι το παραγωγικό μοντέλο της Θεσσαλονίκης και, κυρίως, αποδίδει;
Την τελευταία δεκαετία η οικονομία της πόλης κινήθηκε σε δύο ταχύτητες. Από τη μία πλευρά, καταγράφηκαν σημαντικές επενδύσεις και νέες ευκαιρίες στους τομείς της τεχνολογίας, των logistics και του τουρισμού. Από την άλλη, η παραγωγική βάση της περιοχής παρέμεινε σχετικά αδύναμη, ενώ η εξάρτηση από τις υπηρεσίες και την κατανάλωση συνεχίζει να χαρακτηρίζει το οικονομικό της προφίλ.
Σήμερα, η Θεσσαλονίκη βασίζεται κυρίως στο εμπόριο, στις υπηρεσίες, στην εστίαση, στον τουρισμό και στις μεταφορές. Το λιμάνι, η γεωγραφική της θέση και η σύνδεσή της με τα Βαλκάνια αποτελούν σημαντικά πλεονεκτήματα. Παράλληλα, η εγκατάσταση πολυεθνικών εταιρειών τεχνολογίας, τα νέα κέντρα καινοτομίας και η ανάπτυξη του οικοσυστήματος νεοφυών επιχειρήσεων δημιούργησαν μια νέα δυναμική που πριν από δέκα χρόνια φαινόταν σχεδόν αδιανόητη.
Ωστόσο, η μεγάλη εικόνα παραμένει σύνθετη. Η βιομηχανική παραγωγή της πόλης δεν έχει επιστρέψει στα επίπεδα που θα δικαιολογούσαν τον χαρακτηρισμό της ως παραγωγικού κέντρου. Πολλές επιχειρήσεις μεταποίησης μετακινήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια σε γειτονικές χώρες ή συρρικνώθηκαν. Παρά τις επιμέρους επιτυχίες, η οικονομία της Θεσσαλονίκης εξακολουθεί να παράγει λιγότερη προστιθέμενη αξία από άλλες ευρωπαϊκές πόλεις αντίστοιχου μεγέθους.
Το βασικό πρόβλημα δεν είναι ότι η πόλη δεν αναπτύσσεται. Είναι ότι αναπτύσσεται κυρίως μέσα από δραστηριότητες που εξαρτώνται από την κατανάλωση και λιγότερο από την παραγωγή. Ένα μεγάλο μέρος του τοπικού πλούτου προέρχεται από υπηρεσίες που ανακυκλώνουν χρήμα μέσα στην οικονομία, χωρίς να δημιουργούν πάντα νέες εξαγωγικές δυνατότητες. Με απλά λόγια, η Θεσσαλονίκη καταναλώνει περισσότερη ανάπτυξη από όση παράγει.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το σημερινό μοντέλο είναι αποτυχημένο. Αντιθέτως, βοήθησε την πόλη να ανακάμψει μετά από μια δύσκολη περίοδο. Δημιούργησε θέσεις εργασίας, προσέλκυσε επενδύσεις και κράτησε ζωντανή την επιχειρηματική δραστηριότητα. Όμως, δύσκολα μπορεί να αποτελέσει τη βάση για μια μακροπρόθεσμη αναπτυξιακή έκρηξη.
Η επόμενη δεκαετία θα κριθεί από το κατά πόσο η Θεσσαλονίκη θα μετατραπεί από κέντρο υπηρεσιών σε κέντρο παραγωγής γνώσης, τεχνολογίας και εξωστρεφούς επιχειρηματικότητας. Το μεγάλο στοίχημα βρίσκεται στην αξιοποίηση των πανεπιστημίων της, των ερευνητικών ιδρυμάτων, του λιμανιού και των νέων υποδομών.
Η λειτουργία του Μετρό και οι επεκτάσεις του, όταν και αν γίνουν, οι επενδύσεις στο λιμάνι, όποτε και αν γίνουν, η αναβάθμιση των σιδηροδρομικών συνδέσεων και η ανάπτυξη τεχνολογικών πάρκων δημιουργούν προϋποθέσεις που δεν υπήρχαν στο παρελθόν. Το ερώτημα είναι αν θα αξιοποιηθούν για τη δημιουργία μιας πραγματικής παραγωγικής οικονομίας ή αν θα περιοριστούν στην ενίσχυση της κατανάλωσης και των υπηρεσιών.
Η Θεσσαλονίκη δεν χρειάζεται να γίνει η νέα Βαρκελώνη ούτε το νέο Βερολίνο. Χρειάζεται να γίνει η καλύτερη εκδοχή του εαυτού της. Μια πόλη που θα παράγει και θα εξάγει προϊόντα, τεχνολογία, υπηρεσίες υψηλής αξίας και καινοτομία. Μια πόλη που δεν θα βασίζεται μόνο στη γεωγραφική της θέση, αλλά και στην ικανότητά της να δημιουργεί πλούτο.
Η συζήτηση για το μέλλον της Θεσσαλονίκης δεν πρέπει πλέον να περιστρέφεται γύρω από το τι «θα μπορούσε» να γίνει και γύρω από τα εκατοντάδες αναπτυξιακά συνέδρια που που διοργανώνει ο κάθε αρμόδιος και ΜΗ. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν η πόλη είναι έτοιμη να εγκαταλείψει το μοντέλο της διαχείρισης των δυνατοτήτων της και να περάσει επιτέλους στο μοντέλο της αξιοποίησής τους. Γιατί η μεγαλύτερη πρόκληση της Θεσσαλονίκης δεν είναι η έλλειψη προοπτικών. Είναι η μετατροπή των προοπτικών σε πραγματική οικονομική δύναμη.