Γιατί οι Έλληνες δεν ψάχνουμε τι διαβάζουμε στο διαδίκτυο;
Η απότομη υποχώρηση της διασταύρωσης διαδικτυακού περιεχομένου στην Ελλάδα δείχνει ένα βαθύτερο πρόβλημα
Η απότομη υποχώρηση της διασταύρωσης διαδικτυακού περιεχομένου στην Ελλάδα δείχνει ένα βαθύτερο πρόβλημα, καθώς η ψηφιακή εξοικείωση συνυπάρχει με χαμηλή εμπιστοσύνη, κόπωση από την ενημέρωση και ολοένα πιο παθητική σχέση με όσα εμφανίζονται στις οθόνες μας
Υπάρχουν αριθμοί που αξίζουν προσοχή όχι τόσο για τη θέση που καταλαμβάνει μια χώρα σε έναν ευρωπαϊκό πίνακα, όσο για τη μεταβολή που κρύβεται πίσω τους. Το 2025 μόλις το 9,8% των Ελλήνων ηλικίας 16 έως 74 ετών δήλωσε ότι προσπάθησε να εξακριβώσει την ακρίβεια περιεχομένου το οποίο συνάντησε στο διαδίκτυο και θεώρησε αμφίβολο. Ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήταν 29,2%. Δύο χρόνια νωρίτερα η ελληνική επίδοση έφθανε το 18,7%, επομένως μέσα σε ένα πολύ σύντομο διάστημα περιορίστηκε περίπου στο μισό.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ανησυχητική στις ηλικίες 16 έως 24 ετών. Από 25,5% το 2023, το ποσοστό υποχώρησε κοντά στο 9% το 2025, παρότι πρόκειται για τη γενιά με τη μεγαλύτερη εξοικείωση με τις πλατφόρμες, τα εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης και την καθημερινή χρήση ψηφιακών υπηρεσιών. Το εύρημα αυτό αφαιρεί αρκετή από την πειστικότητα μιας εύκολης ερμηνείας που θα απέδιδε το πρόβλημα απλώς στην ηλικία ή στην τεχνολογική υστέρηση.
Δίπλα σε αυτά τα στοιχεία, μια διαφορετική ευρωπαϊκή μέτρηση δείχνει ότι μόλις το 19% των Ελλήνων πέτυχε υψηλή επίδοση σε βασικές ερωτήσεις χρηματοοικονομικής γνώσης, έναντι 26% στην ΕΕ. Οι δύο έρευνες δεν μετρούν το ίδιο πράγμα και δεν μπορούν να συνδεθούν αιτιωδώς. Παρ’ όλα αυτά, φωτίζουν μια συγγενή αδυναμία. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις απαιτείται κάτι περισσότερο από πρόσβαση σε δεδομένα. Χρειάζεται ο πολίτης να μπορεί να σταθεί απέναντι σε έναν ισχυρισμό, να καταλάβει τι ακριβώς λέει, να εξετάσει την προέλευσή του και να τον τοποθετήσει στο σωστό πλαίσιο.
Η ενημέρωση άλλαξε ρυθμό και μαζί άλλαξε ο αναγνώστης
Η πτώση στην ελληνική επίδοση αποκτά μεγαλύτερο βάρος επειδή οι πολίτες εξακολουθούν να συναντούν περιεχόμενο που θεωρούν ύποπτο ή ανακριβές. Εκείνο που φαίνεται να υποχωρεί είναι η κίνηση που ακολουθεί την αμφιβολία, δηλαδή η αναζήτηση μιας δεύτερης πηγής, του αρχικού αποσπάσματος ή κάποιου πρωτογενούς τεκμηρίου.
Για να καταλάβει κανείς γιατί συμβαίνει αυτό, χρειάζεται να δει πώς άλλαξε η ίδια η καθημερινή εμπειρία της ενημέρωσης. Για δεκαετίες ο πολίτης ξεκινούσε από την πηγή. Αγόραζε μια εφημερίδα, άνοιγε ένα συγκεκριμένο ραδιόφωνο, παρακολουθούσε ένα δελτίο ή επισκεπτόταν μια ιστοσελίδα που είχε επιλέξει. Η προέλευση του περιεχομένου ήταν γνωστή πριν ακόμη διαβαστεί η είδηση και αποτελούσε μέρος της αξιολόγησής της.
Σήμερα, σε μεγάλο βαθμό, συμβαίνει το αντίστροφο. Το περιεχόμενο προηγείται και η προέλευση έρχεται αργότερα, εφόσον ο χρήστης ενδιαφερθεί να τη βρει. Στην ίδια ροή μπορεί να εμφανιστούν ένα απόσπασμα πολιτικής δήλωσης, ένα βίντεο από πόλεμο, μια οικονομική «ανάλυση» χωρίς υπογραφή και μια ανάρτηση φίλου. Η ομοιότητα στη μορφή δημιουργεί μια παραπλανητική ισοδυναμία ανάμεσα σε υλικό που έχει παραχθεί με εντελώς διαφορετικούς κανόνες.
Μέσα σε αυτή τη συνθήκη καλλιεργείται εύκολα η αίσθηση ότι ο χρήστης είναι ενημερωμένος επειδή βρίσκεται διαρκώς εκτεθειμένος σε ειδήσεις. Η συνεχής ροή προσφέρει μια εντύπωση εγγύτητας με όσα συμβαίνουν, χωρίς να προϋποθέτει συστηματική αναζήτηση. Το κρίσιμο πρόβλημα εμφανίζεται όταν αυτή η αίσθηση αρχίζει να υποκαθιστά τη γνώση.
Η διασταύρωση, αντιθέτως, απαιτεί χρόνο. Χρειάζεται κάποιος να σταματήσει, να βγει από την εφαρμογή, να αναζητήσει το πλήρες απόσπασμα, να εντοπίσει πότε τραβήχτηκε μια εικόνα ή να δει αν ο αριθμός που αναπαράγεται αφορά πράγματι αυτό που ισχυρίζεται η ανάρτηση. Σε ένα περιβάλλον φτιαγμένο για αδιάκοπη εναλλαγή, ακόμη και αυτά τα λίγα λεπτά μοιάζουν ολοένα πιο δύσκολο να βρεθούν.
Όταν η δυσπιστία παύει να είναι χρήσιμη
Η ελληνική περίπτωση έχει ένα πρόσθετο χαρακτηριστικό, επειδή η σχέση του κοινού με την ενημέρωση έχει επιβαρυνθεί από χρόνια χαμηλής εμπιστοσύνης. Η αμφιβολία μπορεί να λειτουργήσει δημιουργικά όταν οδηγεί στην αναζήτηση καλύτερων στοιχείων. Όσο όμως γενικεύεται, υπάρχει ο κίνδυνος να καταλήξει σε μια πολύ διαφορετική στάση, σύμφωνα με την οποία όλες οι πηγές θεωρούνται περίπου εξίσου ύποπτες και κάθε προσπάθεια διασταύρωσης μοιάζει εξαρχής μάταιη.
Εδώ βρίσκεται μία από τις πιο κρίσιμες πλευρές του προβλήματος. Ένας άνθρωπος μπορεί να αντιμετωπίζει με καχυποψία σχεδόν κάθε είδηση και ταυτόχρονα να κάνει ελάχιστα για να εξακριβώσει τι συνέβη. Η μόνιμη δυσπιστία δεν οδηγεί υποχρεωτικά σε μεγαλύτερη προσοχή. Μπορεί να γεννήσει παραίτηση, όταν η αναζήτηση μιας ασφαλέστερης εκδοχής των γεγονότων θεωρείται άσκοπη επειδή «όλοι έχουν συμφέρον» ή «όλοι λένε τη δική τους αλήθεια».
Σε αυτό το έδαφος προστίθεται η κόπωση από την επικαιρότητα. Έπειτα από χρόνια διαδοχικών κρίσεων, πανδημίας, πολέμων, οικονομικής ανασφάλειας και έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης, ένα μέρος του κοινού περιορίζει συνειδητά την επαφή του με τις ειδήσεις. Η απομάκρυνση όμως μένει ημιτελής, αφού οι πλατφόρμες συνεχίζουν να μεταφέρουν πολιτικό και ειδησεογραφικό υλικό μέσα σε μια ροή που δεν έχει ζητηθεί ως ενημέρωση.
Έτσι διαμορφώνεται μια παράξενη κατάσταση. Ο πολίτης μπορεί να αποφεύγει τις ειδήσεις και παράλληλα να βομβαρδίζεται καθημερινά από αποσπάσματα ειδήσεων. Το περιεχόμενο φτάνει σε αυτόν αποσπασμένο από το πλαίσιο παραγωγής του, συχνά χωρίς την απαραίτητη συγκέντρωση για να αξιολογηθεί. Η μεγάλη προσφορά υλικού συνοδεύεται από μικρότερη γνωστική επένδυση σε κάθε μεμονωμένο ισχυρισμό.
Αυτό ίσως εξηγεί καλύτερα την ελληνική πτώση από οποιαδήποτε γενική διαπίστωση περί «ψηφιακού αναλφαβητισμού». Οι νέοι γνωρίζουν πολύ καλά πώς να χρησιμοποιούν τις συσκευές τους. Το κενό βρίσκεται στην ικανότητα να μετατρέπεται η τεχνική άνεση σε ουσιαστική κρίση γύρω από όσα εμφανίζονται στην οθόνη.
Όσα θέλουμε να πιστέψουμε ελέγχονται λιγότερο
Υπάρχει ακόμη ένας μηχανισμός που δυσκολεύει την εικόνα. Οι άνθρωποι δεν αντιμετωπίζουν όλους τους ισχυρισμούς με την ίδια αυστηρότητα. Η προηγούμενη γνώμη για ένα κόμμα, έναν θεσμό ή μια κοινωνική ομάδα επηρεάζει συχνά το επίπεδο αποδείξεων που απαιτείται πριν γίνει αποδεκτή μια καινούργια πληροφορία.
Όσα επιβεβαιώνουν μια ήδη διαμορφωμένη άποψη περνούν ευκολότερα. Όσα την αμφισβητούν κινητοποιούν μεγαλύτερη προσοχή, αναζήτηση αντιλόγου και αυστηρότερη εξέταση. Κάπως έτσι δημιουργείται μια επιλεκτική μορφή κριτικής σκέψης, όπου η αυστηρότητα ενεργοποιείται κυρίως όταν απειλείται η δική μας θέση.
Στον πολιτικό διάλογο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Ένα αμφίβολο απόσπασμα που πλήττει μια παράταξη την οποία ο χρήστης αντιπαθεί μπορεί να κοινοποιηθεί μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, ενώ μια πληροφορία που αγγίζει τον χώρο με τον οποίο αισθάνεται εγγύτερα υποβάλλεται σε εξαντλητική αμφισβήτηση. Η ανάγκη να προστατευθεί μια προϋπάρχουσα εικόνα συχνά προηγείται της ψύχραιμης εξέτασης των δεδομένων.
Η ελληνική δημόσια συζήτηση ευνοεί αυτή τη λειτουργία όταν μεταφέρει πολύ γρήγορα το ενδιαφέρον από τον ίδιο τον ισχυρισμό στο πρόσωπο που τον εκφέρει. Η ερώτηση για την ορθότητα ενός στοιχείου παραχωρεί χώρο στη συζήτηση για το ποιος το είπε, ποιον στηρίζει ή ποιο συμφέρον υποτίθεται ότι υπηρετεί. Η προέλευση ασφαλώς έχει σημασία, μόνο που δεν μπορεί να υποκαταστήσει την εξέταση του ίδιου του τεκμηρίου.
Εδώ συναντάται και η χαμηλή επίδοση στις βασικές χρηματοοικονομικές γνώσεις. Ένας αριθμός μπορεί να είναι ακριβής και ταυτόχρονα να χρησιμοποιείται με τρόπο που δημιουργεί λανθασμένη εντύπωση. Η κατανόηση του παρονομαστή, της χρονικής περιόδου ή της σχέσης ανάμεσα σε ονομαστική και πραγματική αξία απαιτεί τον ίδιο τύπο προσοχής που χρειάζεται για να διαβαστεί σωστά ένα πολιτικό γράφημα. Το κρίσιμο ερώτημα δεν αφορά μόνο το αν ένα στοιχείο είναι αληθινό, αλλά και το τι ακριβώς αποδεικνύει.
Η επιστροφή αρχίζει πριν από το επόμενο «fake news»
Η αναστροφή αυτής της πορείας δεν θα προκύψει από περισσότερες προειδοποιήσεις ότι το διαδίκτυο είναι γεμάτο ψευδές περιεχόμενο. Σε μια κοινωνία ήδη επιβαρυμένη από καχυποψία, ένα τέτοιο μήνυμα μπορεί να ενισχύσει την πεποίθηση ότι καμία πηγή δεν αξίζει εμπιστοσύνη. Αυτό που χρειάζεται είναι να γίνει πιο εύκολο και πιο φυσικό το επόμενο βήμα μετά την αμφιβολία.
Η εκπαίδευση μπορεί να παίξει ουσιαστικό ρόλο, εφόσον ο ψηφιακός γραμματισμός πάψει να περιορίζεται στην εξοικείωση με εφαρμογές και συσκευές. Ένας μαθητής θα έπρεπε να μπορεί να πάρει ένα viral βίντεο και να αναζητήσει την αρχική του δημοσίευση, να εντοπίσει αν μια φωτογραφία προέρχεται από άλλο γεγονός ή να εξετάσει πώς αλλάζει η εικόνα ενός στατιστικού όταν μεταβάλλεται το σημείο σύγκρισης. Αυτές οι δεξιότητες αποκτούν νόημα όταν καλλιεργούνται μέσα από πραγματικά παραδείγματα και επανέρχονται σε διαφορετικά μαθήματα, ώστε να εξελίσσονται σε σταθερή συνήθεια.
Μερίδιο ευθύνης έχουν και τα μέσα ενημέρωσης, τα οποία χρειάζεται να δείχνουν περισσότερο τη διαδρομή που ακολουθήθηκε μέχρι τη δημοσίευση μιας πληροφορίας. Η αναφορά στην πρωτογενή πηγή, η καθαρή διόρθωση ενός λάθους και η αναγνώριση όσων παραμένουν ανεπιβεβαίωτα δημιουργούν μια σχέση όπου ο αναγνώστης δεν καλείται απλώς να πιστέψει, αλλά μπορεί να καταλάβει γιατί κάτι θεωρείται τεκμηριωμένο.
Παράλληλα, ακόμη και μικρές παρεμβάσεις στις πλατφόρμες μπορούν να έχουν αποτέλεσμα, όταν υπενθυμίζουν στον χρήστη να εξετάσει την προέλευση ενός ισχυρισμού πριν τον κοινοποιήσει. Το κρίσιμο σημείο βρίσκεται συχνά σε αυτά τα λίγα δευτερόλεπτα ανάμεσα στην πρώτη αντίδραση και στη διάδοση του περιεχομένου.
Το δυσμενές αποτέλεσμα της έρευνας της Eurostat, επομένως, λέει κάτι πολύ περισσότερο από το ότι η Ελλάδα κατατάσσεται χαμηλά σε έναν ακόμη ευρωπαϊκό δείκτη, αλλά πως η κοινωνία απέκτησε γρήγορα περισσότερα κανάλια πρόσβασης στη γνώση, χωρίς να αναπτύξει με την ίδια ταχύτητα τις συνήθειες που χρειάζονται για να ξεχωρίζει το αξιόπιστο από το παραπλανητικό. Και καθώς η τεχνητή νοημοσύνη κάνει ολοένα ευκολότερη την παραγωγή πειστικού κειμένου, εικόνας και βίντεο, αυτή η απόσταση αποκτά πολύ μεγαλύτερη σημασία.
Η πιο χρήσιμη άμυνα δεν απαιτεί από κάθε πολίτη να μετατραπεί σε επαγγελματία ερευνητή. Απαιτεί να παραμένει ενεργή μια βασική πνευματική αντίδραση, ιδιαίτερα όταν κάτι μοιάζει υπερβολικά βολικό για όσα ήδη πιστεύουμε. Να υπάρχει η διάθεση να αναζητηθεί η αρχική πηγή, να εξεταστούν τα συμφραζόμενα και να δοθεί λίγος χρόνος πριν μια εντύπωση μετατραπεί σε βεβαιότητα. Από αυτή τη μικρή αλλαγή αρχίζει η αποκατάσταση μιας πιο ώριμης σχέσης με την ενημέρωση.